Τεράστιο κύκλωμα διαδικτυακής πειρατείας που λυμαίνονταν την αγορά της συνδρομητικής τηλεόρασης για χρόνια με έδρα και στην Κρήτη εξάρθρωσε η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος οδηγώντας στη σύλληψη οκτώ ατόμων
Μεγάλη υπόθεση διαδικτυακής πειρατείας με έδρα και στην Κρήτη αποκάλυψε η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, μετά από πολύμηνη έρευνα που οδήγησε στην εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης, η οποία φέρεται να παρείχε παράνομα υπηρεσίες συνδρομητικής τηλεόρασης μέσω διαδικτύου.
Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε το πρωί της Τρίτης 16 Ιουνίου 2026 σε περιοχές του Ηρακλείου Κρήτης, της Αττικής, του Αγρινίου, της Κέρκυρας και της Σάμου. Στο πλαίσιο της αστυνομικής δράσης συνελήφθησαν επτά άνδρες και μία γυναίκα, ηλικίας 63, 40, 73, 39, 31, 42 και 36 ετών. Παράλληλα, στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη πέντε συνεργοί τους, καθώς και 71 τελικοί χρήστες – συνδρομητές της παράνομης υπηρεσίας.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., την υπόθεση χειρίστηκε το Τμήμα Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης, με τη συνδρομή αστυνομικών υπηρεσιών από τη Δίωξη Οικονομικών Εγκλημάτων, τις υπηρεσίες Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Κέρκυρας, Σάμου και Αγρινίου, καθώς και εξειδικευμένων στελεχών της Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης. Στην επιχείρηση συνέδραμε και κλιμάκιο της Εταιρείας Προστασίας Οπτικοακουστικών Έργων.
Η δικογραφία αφορά, κατά περίπτωση, τα αδικήματα της εγκληματικής οργάνωσης, της παράβασης της νομοθεσίας περί πνευματικής ιδιοκτησίας και προστασίας συνδρομητικών υπηρεσιών, καθώς και της διακεκριμένης νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Από την έρευνα προέκυψε ότι η οργάνωση φέρεται να δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον από το 2017, έχοντας δημιουργήσει οργανωμένη τεχνολογική υποδομή παράνομης αναμετάδοσης συνδρομητικού οπτικοακουστικού περιεχομένου μέσω IPTV. Η υπηρεσία, σύμφωνα με τις Αρχές, λειτουργούσε αδιάλειπτα για χρόνια και εξυπηρετούσε μεγάλο αριθμό χρηστών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Τα μέλη της οργάνωσης φέρονται να αποκτούσαν χωρίς άδεια πρόσβαση σε προστατευόμενο περιεχόμενο από νόμιμες συνδρομητικές πλατφόρμες και υπηρεσίες streaming. Στη συνέχεια, με χρήση εξειδικευμένου εξοπλισμού, λογισμικού και συστημάτων αποκωδικοποίησης, αναμετέδιδαν το περιεχόμενο μέσω διαδικτύου στους πελάτες τους, παρέχοντας πρόσβαση σε τηλεοπτικά κανάλια, αθλητικές διοργανώσεις, ταινίες, σειρές και άλλο ψηφιακό υλικό, σε τιμές χαμηλότερες από τις νόμιμες συνδρομές.
Για να διατηρούν τη λειτουργία του παράνομου δικτύου, είχαν αναπτύξει υποδομή με διακομιστές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, χρησιμοποιώντας ενδιάμεσους servers, VPN, μηχανισμούς απόκρυψης τοποθεσίας, εναλλαγή διαδικτυακών διευθύνσεων και domain names, ώστε να δυσχεραίνουν τον εντοπισμό τους και να παρακάμπτουν τα μέτρα αποκλεισμού των αρμόδιων Αρχών και των νόμιμων παρόχων.
Παράλληλα, η οργάνωση φέρεται να διέθετε κεντρικό σύστημα διαχείρισης συνδρομητών, μέσα από το οποίο γινόταν η εγγραφή νέων πελατών, η ενεργοποίηση και ανανέωση συνδρομών, η παρακολούθηση λογαριασμών και η τεχνική υποστήριξη των χρηστών. Η λειτουργία της, σύμφωνα με τις Αρχές, παρουσίαζε χαρακτηριστικά επαγγελματικής επιχείρησης, με διακριτούς ρόλους για τα μέλη της.
Η πρόσβαση στις παράνομες υπηρεσίες γινόταν είτε μέσω ειδικά διαμορφωμένων συσκευών αποκωδικοποίησης είτε μέσω εφαρμογών σε «έξυπνες» τηλεοράσεις και άλλες συμβατές συσκευές. Σε πολλές περιπτώσεις, τα μέλη της οργάνωσης φέρονται να αναλάμβαναν και την παραμετροποίηση του εξοπλισμού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, για την τεχνική υποστήριξη και τη διατήρηση της παράνομης υποδομής είχαν καταβληθεί ποσά άνω των 280.000 ευρώ. Παράλληλα, φέρονται να χρησιμοποιούνταν τραπεζικοί λογαριασμοί, ηλεκτρονικά πορτοφόλια, υπηρεσίες ψηφιακών πληρωμών, προπληρωμένα μέσα συναλλαγών και μετρητά, προκειμένου να αποκρύπτεται η προέλευση των εσόδων.
Οι Αρχές αναφέρουν ότι μέρος των χρημάτων χρησιμοποιούνταν για προσωπικές δαπάνες, ταξίδια, διαβίωση υψηλού κόστους, αλλά και για την απόκτηση κινητής και ακίνητης περιουσίας, με σκοπό την ενσωμάτωση των παράνομων εσόδων στη νόμιμη οικονομική δραστηριότητα.
Κατά τις έρευνες σε οικίες, παρουσία δικαστικού λειτουργού, κατασχέθηκαν πλήρης εξοπλισμός προγραμματισμού IPTV box, δορυφορικές συσκευές, διαχειριστικά panels σε laptop και κινητά, στοιχεία αγοράς και συντήρησης servers, domain names, καθώς και πλήθος νέων συσκευών που προορίζονταν για πώληση σε τελικούς χρήστες.
Επιπλέον, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πελατολόγια, χειρόγραφες σημειώσεις, ατζέντες, χρηματικό ποσό άνω των 18.885 ευρώ, τέσσερα οχήματα και ένα δίκυκλο, ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης βάρους 25,5 γραμμαρίων και ζυγαριά ακριβείας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουν οι Αρχές στη βάση δεδομένων που εντοπίστηκε, καθώς φέρεται να περιλαμβάνει περισσότερους από 86.000 πελάτες – τελικούς χρήστες. Το συνολικό περιουσιακό όφελος της εγκληματικής οργάνωσης υπολογίζεται σε τουλάχιστον 7.000.000 ευρώ, ενώ η ζημία για τους νόμιμους παρόχους εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 50.000.000 ευρώ.
Παράλληλα, από τον εποπτεύοντα εισαγγελέα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος εκδόθηκαν επτά διατάξεις δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευσης διάθεσης ακινήτων των συλληφθέντων.
Τα ψηφιακά πειστήρια θα αποσταλούν στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, ενώ τα χρηματικά ποσά θα κατατεθούν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Παράλληλα, προβλέπεται η επιβολή διοικητικών προστίμων στους τελικούς χρήστες – συνδρομητές της παράνομης υπηρεσίας.
Οι συλληφθέντες οδηγούνται στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή, ενώ η έρευνα συνεχίζεται από το Τμήμα Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης, με στόχο την πλήρη αποτύπωση της δράσης και του εύρους του παράνομου δικτύου.
Η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ. αναφέρει: «Από το Τμήμα Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας δραστηριοποιούνταν στην κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση παράνομη παροχή υπηρεσιών συνδρομητικής τηλεόρασης.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο στοχευμένων δράσεων για την καταπολέμηση της διαδικτυακής πειρατείας οπτικοακουστικού περιεχομένου και έπειτα από πολύμηνη, εμπεριστατωμένη και μεθοδική έρευνα προέκυψε η δράση εγκληματικής οργάνωσης, τα μέλη της οποίας δραστηριοποιούνταν στη συστηματική και κατ’ επάγγελμα διάθεση μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης σε προστατευόμενο οπτικοακουστικό περιεχόμενο μέσω παράνομης διαδικτυακής υποδομής.
Για τον τερματισμό της δράσης τους πραγματοποιήθηκε πρωινές ώρες χθες, Τρίτη 16 Ιουνίου 2026, σε περιοχές του Ηρακλείου Κρήτης, Αττικής, Αγρινίου, Κέρκυρας και Σάμου, συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση με τη συνδρομή αστυνομικών της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Κέρκυρας, Σάμου και Αγρινίου, καθώς και εξειδικευμένων στελεχών της Υποδιεύθυνσης Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, ενώ συνδρομή παρασχέθηκε και από εξειδικευμένο κλιμάκιο στελεχών της Εταιρείας Προστασίας Οπτικοακουστικών Έργων (ΕΠΟΕ).
Στο πλαίσιο της επιχείρησης συνελήφθησαν -7- ημεδαποί, άνδρες και γυναίκα, ηλικίας 63, 40, 73, 39, 31, 42 και 36 ετών, ενώ επιπλέον κατηγορούνται -5- συνεργοί τους, μέλη της οργάνωσης και -71- τελικοί χρήστες – συνδρομητές της παράνομης παρεχόμενης υπηρεσίας.
Η δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος τους αφορά τα –κατά περίπτωση– αδικήματα της εγκληματικής οργάνωσης κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση, παράβασης της νομοθεσίας για την πνευματική ιδιοκτησία, της προστασίας των συνδρομητικών υπηρεσιών και της διακεκριμένης νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Όπως προέκυψε από την έρευνα, τα μέλη της οργάνωσης, τουλάχιστον από τα 2017, είχαν αναπτύξει μία ιδιαίτερα οργανωμένη και πολυεπίπεδη υποδομή παράνομης αναμετάδοσης συνδρομητικού οπτικοακουστικού περιεχομένου μέσω διαδικτύου (IPTV), η οποία λειτουργούσε αδιάλειπτα επί σειρά ετών και εξυπηρετούσε μεγάλο αριθμό χρηστών τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Πιο αναλυτικά, τα μέλη της οργάνωσης αποκτούσαν παράνομα πρόσβαση σε προστατευόμενο οπτικοακουστικό περιεχόμενο που διατίθεται νόμιμα από συνδρομητικές τηλεοπτικές πλατφόρμες και παρόχους υπηρεσιών streaming. Ακολούθως, με τη χρήση εξειδικευμένου τεχνολογικού εξοπλισμού, λογισμικού και κατάλληλα διαμορφωμένων συστημάτων αποκωδικοποίησης, συγκέντρωναν το περιεχόμενο αυτό και το αναμετέδιδαν παράνομα μέσω διαδικτύου στους «συνδρομητές» τους, παρέχοντας πρόσβαση σε χιλιάδες τηλεοπτικά κανάλια, αθλητικές διοργανώσεις, κινηματογραφικές ταινίες, σειρές και λοιπό ψηφιακό περιεχόμενο σε τιμή πολύ χαμηλότερη από αυτή των νόμιμων συνδρομών.
Για την υποστήριξη της εν λόγω παράνομης δραστηριότητας είχαν αναπτύξει εκτεταμένη δικτυακή υποδομή αποτελούμενη από διακομιστές, εγκατεστημένους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ χρησιμοποιούσαν ενδιάμεσους διακομιστές, υπηρεσίες εικονικών ιδιωτικών δικτύων (VPN), μηχανισμούς απόκρυψης της πραγματικής τοποθεσίας των συστημάτων τους, καθώς και συστηματική εναλλαγή διαδικτυακών διευθύνσεων και ονομάτων τομέων (domains), προκειμένου να δυσχεραίνουν τον εντοπισμό τους και να παρακάμπτουν τα μέτρα αποκλεισμού που εφαρμόζονται από τις αρμόδιες Αρχές και τους νόμιμους παρόχους.
Παράλληλα, η οργάνωση διέθετε κεντρικό σύστημα διαχείρισης συνδρομητών, μέσω του οποίου πραγματοποιούνταν η καταχώριση νέων πελατών, η ενεργοποίηση και ανανέωση συνδρομών, η διαχείριση των λογαριασμών χρηστών και η παρακολούθηση της λειτουργίας των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Η δομή της εμφάνιζε χαρακτηριστικά επαγγελματικής επιχείρησης, καθώς τα μέλη της είχαν αναλάβει διακριτούς ρόλους, όπως η τεχνική διαχείριση της υποδομής, η τροφοδότηση και επικαιροποίηση του διαθέσιμου περιεχομένου, η διαχείριση των συνδρομητών, καθώς και η παροχή συνεχούς τεχνικής υποστήριξης για την αντιμετώπιση προβλημάτων και τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας της υπηρεσίας.
Η πρόσβαση των χρηστών στις παράνομα παρεχόμενες υπηρεσίες επιτυγχανόταν είτε μέσω ειδικά διαμορφωμένων συσκευών αποκωδικοποίησης που προμηθεύονταν από τα μέλη της οργάνωσης είτε μέσω εγκατάστασης εξειδικευμένων εφαρμογών σε «έξυπνες» τηλεοράσεις και άλλες συμβατές συσκευές. Για τον σκοπό αυτό παρέχονταν στους συνδρομητές ειδικοί σύνδεσμοι ενεργοποίησης και τεχνικές οδηγίες εγκατάστασης, ενώ σε πολλές περιπτώσεις τα μέλη της οργάνωσης αναλάμβαναν και την παραμετροποίηση του εξοπλισμού.
Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι, η εγκληματική οργάνωση αξιοποιούσε πολυεθνική τεχνολογική υποδομή και παρείχε υπηρεσίες σε πελάτες εγκατεστημένους σε πλήθος χωρών, γεγονός που καταδεικνύει τον διεθνή χαρακτήρα της δραστηριότητάς της.
Η λειτουργία της στηριζόταν σε ένα εκτεταμένο δίκτυο τεχνολογικών μέσων και υπηρεσιών, το οποίο εξασφάλιζε τη συνεχή παροχή παράνομου περιεχομένου και τη διατήρηση της επιχειρησιακής της ικανότητας ακόμη και σε περιπτώσεις αποκλεισμών ή τεχνικών παρεμβάσεων. Μάλιστα, για να πετύχουν την αδιάλειπτη ροή των «υπηρεσιών» που παρείχαν, τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης κατέβαλαν ποσό άνω των -280.000- ευρώ για πληρωμές σε υλικοτεχνική υποδομή.
Παράλληλα, με την παράνομη διάθεση συνδρομητικών υπηρεσιών, τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης είχαν αναπτύξει μηχανισμό διαχείρισης και διακίνησης των εσόδων που προέρχονταν από την εγκληματική τους δραστηριότητα, με σκοπό την απόκρυψη της προέλευσής τους και τη δυσχέρανση του οικονομικού τους εντοπισμού από τις αρμόδιες Αρχές.
Όπως προέκυψε από την ανάλυση των οικονομικών στοιχείων, χρησιμοποιούσαν πλήθος τραπεζικών λογαριασμών και μέσων πληρωμής τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή, διοχετεύοντας χρηματικά ποσά μέσω διαδοχικών συναλλαγών σε διαφορετικές χώρες. Επιπλέον, αξιοποιούσαν υπηρεσίες ηλεκτρονικών πληρωμών, ψηφιακά πορτοφόλια, προπληρωμένα μέσα συναλλαγών και λοιπές εναλλακτικές μεθόδους μεταφοράς κεφαλαίων, ενώ μέρος των πληρωμών πραγματοποιούνταν απευθείας σε μετρητά από τους συνδρομητές των παράνομων υπηρεσιών.
Επίσης, διαπιστώθηκε ότι, χρηματικά ποσά που προέρχονταν από την παράνομη δραστηριότητα χρησιμοποιούνταν για την κάλυψη προσωπικών δαπανών, την πραγματοποίηση ταξιδιών, τη διαβίωση υψηλού κόστους, καθώς και για την απόκτηση κινητής και ακίνητης περιουσίας. Με τον τρόπο αυτό επιχειρούνταν η ενσωμάτωση των παράνομων εσόδων στη νόμιμη οικονομική δραστηριότητα και η απόκρυψη της πραγματικής προέλευσής τους.
Η συνολική οργάνωση, η εξειδίκευση των ρόλων των μελών, η διάρκεια δράσης, η τεχνολογική υποδομή που είχε αναπτυχθεί, το εύρος του πελατολογίου και η σημαντική οικονομική ωφέλεια που προέκυπτε από την παράνομη εκμετάλλευση προστατευόμενου περιεχομένου καταδεικνύουν τη συστηματική, επαγγελματική και διαρκή δράση της οργάνωσης στον τομέα της διαδικτυακής πειρατείας οπτικοακουστικού περιεχομένου.
Σε έρευνες που διενεργήθηκαν σε οικίες παρουσία δικαστικού λειτουργού, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:
- πλήρως λειτουργικός εξειδικευμένος εξοπλισμός προγραμματισμού iptv box, βάσει του οποίου διέθεταν παράνομο σήμα συνδρομητικών καναλιών των νόμιμων συνδρομητικών εταιριών και πρόσβαση σε χιλιάδες κινηματογραφικά έργα, πολλαπλές δορυφορικές συσκευές απ’ όπου μετέδιδαν παράνομα κανάλια στο Internet και στο πελατολόγιο τους, πολλαπλά διαχειριστικά panels εγκατεστημένα σε laptop και κινητά, στοιχεία αγοράς και συντήρησης server σε ξένες υπηρεσίες, καθώς και διαχείριση πολλαπλών ονομάτων domain names, που χρησιμοποιούνται για να αποφεύγονται διαδικασίες blocking νόμιμων παρόχων,
- πλήθος καινούργιων συσκευών και εξοπλισμού που προορίζονταν για πώληση σε τρίτους τελικούς χρήστες – συνδρομητές (συσκευές δορυφορικής λήψης/αναπαραγωγής ψηφιακού περιεχομένου, ασύρματες κεραίες, κουτιά IPTV Βox / TVBox / Android TVBox, τηλεκοντρόλ, καλώδια σύνδεσης, τροφοδοτικά, μετατροπείς σήματος HDMI/βίντεο, συσκευές τύπου rack-mount με θύρες δικτύου και βίντεο, κλπ,
- πελατολόγια, χειρόγραφες σημειώσεις, ατζέντες,
- το χρηματικό ποσό άνω των -18.885- ευρώ,
- -4- οχήματα και δίκυκλο, ως μέσα τέλεσης εγκλήματος,
- ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης βάρους -25,5- γραμμαρίων και
- ζυγαριά ακριβείας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, η βάση δεδομένων που εντοπίστηκε, εμφάνιζε περισσότερους από -86.000- πελάτες – τελικούς χρήστες, ενώ το συνολικό περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης υπολογίζεται σε τουλάχιστον -7.000.000- ευρώ, με τη συνολική ζημία των νόμιμων παρόχων να εκτιμάται ότι ξεπερνά τα -50.000.000- ευρώ.
Επιπλέον, από τον Εποπτεύοντα τη Δ.Α.Ο.Ε. Εισαγγελέα εκδόθηκαν -7- διατάξεις δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευσης διάθεσης ακινήτων περιουσιακών στοιχείων των συλληφθέντων.
Τα κατασχεθέντα ψηφιακά πειστήρια θα αποσταλούν στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, ενώ τα κατασχεθέντα χρηματικά ποσά θα αποσταλούν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Επιπλέον, θα επιβληθούν τα ανάλογα διοικητικά πρόστιμα στους τελικούς χρήστες – συνδρομητές της παράνομα παρεχόμενης υπηρεσίας σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία.
Οι συλληφθέντες οδηγούνται στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή, ενώ η έρευνα συνεχίζεται από το Τμήμα Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης για την πλήρη διακρίβωση του εύρους της εγκληματικής δραστηριότητας της οργάνωσης».
Source link

