«Η μουσική μου απηχεί αυτό που είμαι. Είμαι από την Κρήτη και έχω ζήσει τρομερά πράγματα»

«Η μουσική μου απηχεί αυτό που είμαι. Είμαι από την Κρήτη και έχω ζήσει τρομερά πράγματα»

«Ο Μαμαγκάκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1929. Ο πατέρας του έπαιζε μπουλγαρί, αλλά αυτός θυμάται τα τραγούδια της μάνας του. Είναι ανιψιός του θρύλου λυράρη Ανδρέα Ροδινού.

Στα δεκατέσσερα θα σταθεί από τη μεριά του φωτός πίσω από λευκό πανί και θα παίξει με τις σκιές. Θα παίξει Καραγκιόζη. Τον έχει μαγέψει η λαϊκή μούσα. Στα δεκαέξι του οι βόμβες των Στούκας τον βρίσκουν έξω από τη Φιλαρμονική.

Έπαιζε στην μπάντα. Στην Κατοχή κλέβει αναπτήρες σαν μικρός “Προμηθέας”. Το ξέρει πως θα ανάψει φωτιές».

Μ’ αυτά τα λόγια, ο Άγγελος Σφακιανάκης συμπύκνωνε μέσα σε λίγες λέξεις τα πρώτα χρόνια της ζωής του μεγάλου συνθέτη που εντυπωσίαζε με την τεράστια εμβέλεια του έργου του: από τη μουσική παράδοση της πατρίδας του της Κρήτης έως την πρωτοποριακή ηλεκτρονική μουσική και από το ρεμπέτικο τραγούδι έως το συμφωνικό έργο.

Έγραψε μουσική για τον κινηματογράφο τόσο για τον πιο εμπορικό του Φίνου, όσο και για τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, για τις ταινίες του Τάκη Κανελλόπουλου και του Νίκου Περάκη και για τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Υπήρξε από τους πρώτους που έκαναν ηλεκτρονική μουσική το 1955, στο στούντιο Siemens στο Μόναχο και δημιούργησε στον χώρο της άβαντ γκαρντ.

«Ο πατέρας του, Βαγγέλης, καταγόταν από τα Φραντζεσκιανά Μετόχια και η μητέρα του, Αφροδίτη, το γένος Μπεμπή από τον Πρινέ Ρεθύμνου. Ο πατέρας του -έλεγε ο ανιψιός του, Βαγγέλης, σ’ ένα αφιέρωμα του Δήμου Ρεθύμνου- ήταν αδελφός της Χρυσούλας Μαμαγκάκη, μητέρας του θρυλικού λυράρη Ανδρέα Ροδινού.

Ο πατέρας του Νίκου Μαμαγκάκη και ο πατέρας του Ανδρέα Ροδινού ήταν συνέταιροι. Και οι δύο ήταν φουρνάρηδες, είχαν τον φούρνο τους στην Αρκαδίου κοντά στο παλιό λιμάνι. Ο πατέρας του Νίκου έπαιζε μπουλγαρί και η μητέρα του, Αφροδίτη, ζωγράφιζε και έγραφε ποιήματα.

Ναι, ευθύνεται όλη αυτή η καταβολή για το τι θα ακολουθούσε… μάλλον. Το σπίτι που γεννήθηκε το 1929 ήταν στην οδό Μ. Βερνάδου 55 και λίγο πριν τον πόλεμο του 1940, η οικογένειά του μετακόμισε στο Μακρύ Στενό στην οδό Νικηφόρου Φωκά 54.

Το σπίτι βομβαρδίστηκε, και κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής έμεναν στον Εβλιγιά, στο «αμπέλι» όπως το έλεγαν, που είναι στην οδό Μαρκέλλου, όπου σήμερα βρίσκεται το Κέντρο Κοινωνικής Μέριμνας του Δήμου Ρεθύμνης.

Εντεκάχρονος ήταν στην μπάντα του Δήμου. Με διάφορα αυτοσχέδια όργανα και αργότερα με την πρώτη του κιθάρα έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα.

Ο ίδιος ο συνθέτης θυμόταν στα «Νέα», χρόνια πριν: «Είχαμε ένα κτήμα έξω απ’ το Ρέθυμνο, ξεκαλοκαιρεύαμε.

Εκεί υπήρχε ένας καλαμιώνας, όπου άρχισα να κάνω αυλούς. Σήμερα το συνεχίζω, είμαι και αυλοκατασκευαστής, βρήκα μια δικιά μου πατέντα, ένα δικό μου όργανο, τον διπλό αυλό με ένα καλάμι. Το ξύλο εξάλλου είναι ό,τι συγκλονιστικότερο στον κόσμο. Είναι φύση».


Με τον Μίκη Θεοδωράκη

Ο ρεθεμνιώτικος καφές

«Μουσική δεν ξέρω αν γράφω καλή, αλλά ρεθυμνιώτικο καφέ κάνω τον καλύτερο». Ο Νίκος Μαμαγκάκης σε συνέντευξή του στο «Βήμα», ενόψει της παρουσίασης της «Ερωφίλης», δεν επαίρονταν για τα έργα του, αλλά για τον καφέ που έμαθε να φτιάχνει ο ίδιος στη γενέτειρά του, το Ρέθυμνο.

«Σημασία στον καφέ έχει το φλιτζάνι και ο τρόπος που θα βράσει. Δυστυχώς, όμως, οι γυναίκες δεν ασχολούνται τόσο πολύ με αυτές τις λεπτομέρειες, οπότε έμαθα να τον φτιάχνω εγώ».

Ο φούρνος στη Γ. Τσαγρή 28, που ήθελε διακαώς ο πατέρας του

Έφυγε για την Αθήνα το 1947 φιλοξενούμενος σε συγγενικά του πρόσωπα, δουλεύοντας σε διάφορες δουλειές για να μπορέσει να ζήσει, αφού η οικογένειά του αντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και όχι μόνο…

«Ο αδελφός του και πατέρας μου, Βαγγέλης-Θεοδόσιος (μεγαλύτερος κατά 4 χρόνια) συλλαμβάνεται -έλεγε ο ανιψιός του στο ίδιο αφιέρωμα- και εξορίζεται στην Μακρόνησο, καθώς στον Εμφύλιο ήταν στρατευμένος στις τάξεις του ΕΑΜ. Κατάφερε να αποδράσει, αλλά τον συνέλαβαν στην Αθήνα μετά από μία εβδομάδα και τον πήγαν πάλι στην Μακρόνησο, καταδικάζοντάς τον σε θάνατο.

Απόφαση όμως που δεν εκτελέστηκε, αφού αλλάζοντας η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας τού έδωσε χάρη (σε αυτό συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό και η καλή γνώση που είχε στο ακορντεόν). Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία…

Κάτω, λοιπόν, υπό αυτές τις συνθήκες, που δεν ήταν μόνο οι οικονομικές δυσκολίες που είχε, ξαναγυρίζει στο Ρέθυμνο το 1953. Είναι το Ρέθυμνο που τον πλήγωνε… Ο αδελφός του κυνηγημένος… Ο φούρνος στη Γ. Τσαγρή 28, που ήθελε διακαώς ο πατέρας του να τον βάλει και δεν του ταίριαζε.

Βρίσκει πάλι τον μουσικό του δρόμο στο Ωδείο Ρεθύμνου και τη Φιλαρμονική της πόλης.

Για λίγο όμως, αφού τυχαία έπεσε στα χέρια του μία εφημερίδα που έγραφε τις ημερομηνίες των εξετάσεων των υποτροφιών του ΙΚΥ. Ανεβαίνει γρήγορα Αθήνα και δίνει εξετάσεις. Κερδίζει την υποτροφία, αυτή που την είχαν πάρει ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Αργύρης Κουνάδης.

Φεύγει το 1956 για Ελβετία και στη συνέχεια καταλήγει στο Μόναχο, στην Ακαδημία του Μονάχου. Δίνει εξετάσεις και παίρνει υποτροφία. Έτσι μένει στο Μόναχο 8 χρόνια. Γυρίζει το 1965 στην Ελλάδα.

Το 1966 επενδύει με μουσική την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου «Ηφαίστειο» του Παντελή Πρεβελάκη, με την ευκαιρία των 100 χρόνων από το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή με την Κατίνα Παξινού. Τις τρεις παραστάσεις που δόθηκαν στη σημερινή πλατεία Μικρασιατών (προαύλειο χώρο του Τούρκικου Σχολείου όπως λεγόταν τότε), παρακολούθησαν συνολικά πάνω από 6.000 άτομα.


Με τον Μάνο Χατζιδάκι

Οι μαθητές του τον θεωρούσαν πατέρα

Σε όλα αυτά τα χρόνια που ο Νίκος Μαμαγκάκης δημιουργούσε έως τον θάνατό του, η προτεραιότητά του ήταν οι νέοι καλλιτέχνες. Πώς θα βοηθήσει τα νέα παιδιά.

Δεν τον ενδιέφερε, όπως ανέφερε ο ίδιος, η συνεργασία με κάποια φίρμα σε δίσκους βινυλίου, CD ή σε συναυλίες. Το σπίτι του ήταν πραγματικά μια σχολή-«φυτώριο» νέων καλλιτεχνών από όλη την Ελλάδα, που αργότερα και αυτοί τράβηξαν τον δικό τους προσωπικό δρόμο, έχοντας όμως στέρεες μουσικές βάσεις.

Με τους μαθητές του είχε ιδιαίτερη σχέση, τον θεωρούσαν πατέρα, τον έλεγαν «κύριε Νίκο», με τον σεβασμό που απαιτείται προς τον δάσκαλο, αλλά και την προσέγγισή του με τις ατελείωτες συζητήσεις μαζί τους και τις συμβουλές που τους έδινε. Ελευθερία Αρβανιτάκη, Σαβίνα Γιαννάτου, Μελίνα Κανά, Νένα Βενετσάνου, Μιχάλης Τζουγανάκης, Γιάννης Χαρούλης, Ειρήνη Δερέμπεη, Ναταλί Ρασούλη, Μαρίνα Δακανάλη, Τάσης Χριστογιαννόπουλος και τόσοι άλλοι.

Συνεργασίες που νομίζω ότι τον σημάδεψαν ήταν αυτές με τον Γιάννη Ρίτσο, τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Γιώργο Ιωάννου, τον Ιάκωβο Καμπανέλλη.

Μελοποίησε ό,τι δεν είχε τολμήσει ποτέ να μελοποιήσει κανείς. Μελοποίησε Όμηρο, Σαπφώ, Χορτάτζη, Κορνάρο, Παντζελιό, Σολωμό, Κάλβο, Μακρυγιάννη, Καβάφη, Βάρναλη, Καρυωτάκη, Πολυδούρη, Σεφέρη, Εμπειρίκο, Καζαντζάκη, Παπαδιαμάντη, Πρεβελάκη, Καλομενόπουλο κ.ά.

Τα Ανώγεια κι ο «Μουσικός Αύγουστος» του Ηρακλείου

Όπως εξιστορούσε ο ανιψιός του, ο Μαμαγκάκης αναφερόταν με περηφάνια για τις Μουσικές Γιορτές του Δήμου Ανωγείων με τον τότε δήμαρχο κ. Γιώργο Κλάδο, τον «Μουσικό Αύγουστο» του Ηρακλείου με τον τότε δήμαρχο κ. Μανόλη Καρέλλη, τη συναυλία τον Αύγουστο του 2003 με τα τραγούδια της Παλιάς Πόλης στη Φορτέτζα με τον τότε δήμαρχο Ρεθύμνου κ. Δημήτρη Αρχοντάκη, και υπεύθυνο των εκδηλώσεων τον κ. Μάνο Τσάκωνα.

Είχε την ευχέρεια να συνθέτει λαϊκά τραγούδια που έγιναν μεγάλες επιτυχίες, αλλά ταυτόχρονα να συνθέτει πάνω σε δύσκολες μουσικές φόρμες που λίγοι μπορούν να ακούσουν και να καταλάβουν.

Σε μένα αυτό που μένει είναι οι συζητήσεις που είχα μαζί του, που πάντα είχαν κάτι να μου προσφέρουν και η πολύ καλή αδελφική και όχι μόνο σχέση που είχε με τον πατέρα μου (κάθε μέρα στη 1:00 το μεσημέρι είχαν υποχρεωτικά τηλεφωνική επικοινωνία).

Θα τελειώσω και θα συμφωνήσω απόλυτα με τα λόγια κάποιου θαυμαστή του, με το άκουσμα του θανάτου του τον Ιούλιο του 2013:

«Όταν κάποιος “φεύγει”, μικρή σημασία έχει η αποτίμηση του έργου του. Ναι, ο Νίκος Μαμαγκάκης ήταν ένας σπουδαίος συνθέτης. Σε αυτό θα συμφωνήσουμε όλοι.

Για μένα, όμως, το σημαντικότερο όλων είναι ότι ο Νίκος Μαμαγκάκης, με την προσωπικότητα και την πορεία του, κατάφερε να δημιουργήσει μία συγκινητική αφήγηση, παραμένοντας νέος μέχρι το τέλος».

Η «Ερωφίλη» στο Ηρώδειο

Μελοποίησε όλο τον σημαντικό γραπτό λόγο του κρητικού θεάτρου: Ερωτόκριτο, Ερωφίλη, Θυσία του Αβραάμ, την Κρητική Επανάσταση μέσα από το τραγούδι του Δασκαλογιάννη, όπως την απέδωσε ο Παντζελιός, Πρεβελάκη, και την Οδύσσεια του Καζαντζάκη.

«Η μουσική -έλεγε- δεν πρέπει να έχει ταυτότητα. Ωστόσο απηχεί αυτό που είμαι. Είμαι από την Κρήτη και έχω ζήσει τρομερά πράγματα».

Στις 27 και 28 Σεπτεμβρίου, ο Νίκος Μαμαγκάκης θα δει την «Ερωφίλη» του, όπερα σε πέντε πράξεις, να ανεβαίνει σε παγκόσμια πρώτη μετάδοση στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού. Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που ο συνθέτης ασχολήθηκε με την «Ερωφίλη» του Γεωργίου Χορτάτση.

Το 1968 -όπως λέει το «Βήμα»- είχε κυκλοφορήσει άλμπουμ με ένα κορφολόγημα του κειμένου, για να ακολουθήσει η θεατρική μουσική για την «Ερωφίλη» που ανέβασε το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Κρήτης, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη.

Στη συνέχεια, ακολούθησε η παραγγελία του Μάνου Χατζιδάκι, όπου η «Ερωφίλη» παρουσιάστηκε σε μορφή concertante, στα εγκαίνια του θεάτρου «Νίκος Ξυλούρης» στα Ανώγεια της Κρήτης. «Ύστερα από κάθε “Ερωφίλη” έσκιζα τις παρτιτούρες και άρχιζα να γράφω και πάλι από την αρχή. Πρόκειται δηλαδή για νέο έργο, εφόσον ουσιαστικά αυτό με κατεύθυνε.

Πιστεύω ότι το έργο που έγραψα αποτελεί το απαύγασμα των ικανοτήτων μου», υπογραμμίζει ο Νίκος Μαμαγκάκης. H σχέση του με την τραγωδία του Γεωργίου Χορτάτση άρχισε τον Μάιο του 1940. «Κρυβόμασταν σε μια σπηλιά με τη μητέρα μου, ενώ την ίδια στιγμή έπεφταν οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές και τα αεροπλάνα τους βομβάρδιζαν τα σπίτια μας.

Κάποια στιγμή επιστρέψαμε στο σπίτι μας, το οποίο αντικρύσαμε κατεστραμμένο. Είχε μείνει μόνο το κεφαλόσκαλο και εκεί ανάμεσα σε ερείπια ένα μισοσκισμένο βιβλίο που έγραφε “Ερωφίλη-Γεωργίου Χορτάτση”», διηγείται ο ίδιος.

Για να φθάσουμε όμως στις δύο παραστάσεις του Ηρωδείου, τα πράγματα δεν ήταν και τόσο εύκολα.

«Όταν μίλησα με τον τέως πρόεδρο του Ελληνικού Φεστιβάλ, Περικλή Κούκο, για τα διαδικαστικά της παράστασης, η απάντησή του ήταν η εξής: “Εμείς έχουμε αυτά τα χρήματα μόνο”, μιλάμε δηλαδή για πενταροδεκάρες, για χρήμα γλίσχρον.

Και συνέχισε: “Δεν ψάχνεις να βρεις εσύ έναν σπόνσορα και μια ορχήστρα;”. Δουλειά όμως με πενταροδεκάρες δεν γίνεται, ασχέτως αν η βοήθεια της διευθύντριας των Μουσικών Συνόλων της EPT, Κατερίνας Καρνιαδάκη, ήταν καθοριστική.

Εμείς όμως ξεχερσώσαμε αυτόν τον τόπο και θα έπρεπε να είχαμε καλύτερη αντιμετώπιση. Ούτε ο Vangelis, ούτε πολύ περισσότερο ο Πιοβάνι. Πολιτισμός όμως δεν γίνεται με σουξέ, γιατί αυτοί σουξέ θέλουν. Για να παραχθεί πολιτισμός, χρειάζονται προτάσεις και ρίσκα. Πολιτισμός με ψιλικατζήδες δεν γίνεται», τόνιζε ο συνθέτης.

Για τον Νίκο Μαμαγκάκη, «σκοπός της τέχνης δεν είναι να πείσει αλλά να εκστασιάσει. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να καταλάβω όλους όσοι με ρωτούν γιατί να ακούσει κάποιος ένα έργο μου.

Αυτού του είδους τις ερωτήσεις τις έχουν εφεύρει οι στατιστικολόγοι και οι σκοταδιστές, οι οποίοι μεταφράζουν τα πάντα σε είδος. Πρόκειται για μια υπεραπλουστευμένη προβοκάτσια κατά της τέχνης. Όλα εξηγούνται μόνο από το δημιούργημα», τόνισε ο συνθέτης.

Αν η «Ερωφίλη» απασχολούσε τον Νίκο Μαμαγκάκη για τριάντα χρόνια, το «Μέγα Ορατόριο των Ελλήνων» συνεχίζει να τον απασχολεί επί μισό αιώνα. «Ο τίτλος είναι λίγο βερμπαλιστικός», αυτοσαρκάζεται ο ίδιος «αλλά αποτελεί για μένα έργο ζωής. Στηρίζεται σε κείμενα των Μακρυγιάννη, Ρήγα, Σολωμού, Κάλβου, Αισχύλου, σε βυζαντινά επιγράμματα, σε τραγούδια που μιλούν για τους ήρωες του 1821.

Συμμετέχουν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Ευγένιος Σπαθάρης και εγώ. Κάποιες ηχογραφήσεις έχουν γίνει ήδη, αλλά δεν μπορώ να το ανεβάσω, εφόσον δεν έχω τις οικονομικές δυνατότητες. Το προσφέρω μάλιστα χωρίς τη δική μου αμοιβή».

Μελοποίησε και «έντυσε» μουσικά κείμενα και ποιήματα δημιουργών, όπως των Ρίτσου, Σεφέρη, Πρεβελάκη, Μπρεχτ, Παπαδιαμάντη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Καβάφη, Χορτάτση, Εγγονόπουλου, Ελύτη, αντλώντας από την ελληνική λογοτεχνία σημαντικό μέρος του υλικού του, όπως από τον γραπτό λόγο του κρητικού θεάτρου.

Είχε συνεργαστεί με τον Ξενάκη και είχε συνδεθεί με τον Βαμβακάρη και τον Τσιτσάνη. Ο Μαμαγκάκης έγραψε μουσική για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου.

Μετέγραψε ρεμπέτικα για συμφωνική ορχήστρα και έκανε ενορχηστρώσεις για τέσσερις δίσκους της Σωτηρίας Μπέλλου. Είχε φίλους ποιητές (όπως τον Ρίτσο που συνυπέγραψαν το 1972 τα «11 λαϊκά τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου»).

Στα μεγάλα έργα του συγκαταλέγονται: η όπερα «Ερωτόκριτος και Αρετούσα», η «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη, το «Μέγα Ορατόριο των Ελλήνων» του Στρατηγού Μακρυγιάννη.

Έγραψε και για τον Φίνο. «Δεν θεωρώ -έλεγε σε συνέντευξή του στο musicale- κανένα έργο μου δεύτερο, τα θεωρώ όλα πρώτα, όταν τα κάνω. Δούλεψα σε ένα χώρο που μπορούσε να ονομαστεί χώρος της ευτέλειας, το σινεμά. Δούλεψα με τη Βουγιουκλάκη και με τον Φίνο, τα πιο εμπορικά τέρατα του ελληνισμού.

Το έκανα όμως με όλη μου την καρδιά. Μη φανταστείς ότι ήταν εύκολο να δουλεύεις με αυτούς. Ξέρανε ακριβώς τι θέλανε κι όποιος έμπαινε στον χώρο αυτό, έφευγε στα τρία δευτερόλεπτα πυξ-λαξ. Έλεγα στον Μάνο Χατζιδάκι: δε μου αρέσει το “Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ”. “Βρε Νίκο -μου έλεγε- δεν είναι σωστό”.

Ο ίδιος όμως είχε αποκηρύξει έργα του… Άσε που μας δώσανε χρήματα, και υπήρχαν άνθρωποι που μεγαλώσανε με αυτά τα τραγούδια. Ήρθε μία γυναίκα στο Μόναχο και μου είπε ότι πέρασε ένα καλοκαίρι με τη μουσική μου και με ευχαριστεί. “Με ποια μουσική μου;” Τη ρώτησα.

Λέει “Η αγάπη θέλει δύο”. Ρε γαμώτο, αντί να μου πει ότι της άρεσε ένα άλλο… αυτό βρήκε; Και τι γυρίζει και μου λέει: “κ. Μαμαγκάκη με προσβάλλετε, εγώ κάνω διδακτορική εργασία”. Δε με ενδιαφέρει! Γιατί δεν μου ’πε ότι της άρεσε το κοντσέρτο μου για βιολοντσέλο και ορχήστρα;

Είμαι όμως πολύ χαρούμενος που τα έχω γράψει αυτά τα τραγούδια. Μοιραία ξεχωρίζεις ορισμένα πράγματα. Εμένα μου αρέσουν τα “μεγάλα τραγούδια”. Οι άνθρωποι αυτολιβανίζονται, μην περιμένετε να μην το κάνω. Πιστεύω ότι έχω γράψει δέκα τραγούδια που δεν τα έχει γράψει κανείς».

Ο Δήμος Ηρακλείου τον τίμησε με το Βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης», ενώ ο σπουδαίος Κρητικός συνθέτης άφησε ανεξίτηλο στίγμα με τον εμβληματικό «Μουσικό Αύγουστο».

Αν και συνδέθηκε άρρηκτα με τον Μάνο Χατζιδάκι (ο οποίος ξεκίνησε τον θεσμό στο Ηράκλειο το 1980), ο Μαμαγκάκης υπήρξε πρωτοπόρος με τις δικές του μουσικές παραγωγές στην Κρήτη και τα έργα του, όπως ο εμβληματικός «Ερωτόκριτος» και τα λαϊκά του τραγούδια.

Ο Νίκος Μαμαγκάκης «έφυγε» το 2013 στα 84 χρόνια του, σε δωμάτιο του Ερρίκος Ντυνάν, όπου νοσηλευόταν τις τελευταίες ημέρες, ταλαιπωρημένος από καρκίνο και έχοντας πέσει πια σε κώμα.

Ετάφηκε στο Ρέθυμνο, όπως είχε ζητήσει ο ίδιος, αν και ο Δήμος Αθηναίων εκδήλωσε την επιθυμία να ταφεί στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. «Η τελευταία επιθυμία του -σύμφωνα με τον ανιψιό του- ήταν να ταφεί στον λόφο του Εβλιγιά στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας του Αϊ Γιάννη, δίπλα στον καλό του φίλο και μεγάλο Ρεθεμνιώτη Παντελή Πρεβελάκη, για να αγναντεύει από εκεί το Ρέθυμνο που τόσο αγαπούσε.

Είναι κάτι που περιμένουμε ως οικογένεια, κάποτε να γίνει πραγματικότητα».

Τα «Δίφορα» του Κωστή Φραγκούλη

Τα «Δίφορα» είναι ένα εμβληματικό μουσικό έργο σε σύνθεση του Νίκου Μαμαγκάκη και στίχους από το βραβευμένο -από την Ακαδημία Αθηνών- έργο του αείμνηστου Κωστή Φραγκούλη, το οποίο κυκλοφόρησε το 2010 από τη δισκογραφική εταιρεία ΙΔΑΙΑ.

Μάλιστα, παρουσίασε το έργο του στο Ηράκλειο το 2011, δύο χρόνια πριν φύγει από τη ζωή.

Τραγουδούσαν ο Κωστής Αβυσσινός και η Τασούλα.

«Άγρια -σημείωνε ο Μαμαγκάκης- που ‘ναι τα Σφακιά, ήρεμη που ‘ναι η Στεία…

Όμως η ήμερη Σητεία γέννησε τον εθνικό ποιητή των Ελλήνων, Βιτσέντζο Κορνάρο και τον φοβερό ποετάστρο Κωστή Φραγκούλη. Νομίζω ότι η Σητεία θα πρέπει να ανακηρυχτεί επίτιμη πολιτεία του ελληνικού πολιτισμού γιατί μαζί με το Ρέθεμνος, τη γενέτειρα του Γεωργίου Χορτάτζη, ανέθρεψαν τους σημαντικότερους Νεοέλληνες ποιητές.

Τον Φραγκούλη, που τον αγάπησε ο Σεφέρης και τον τιμούσε με τη φιλία του, δεν τον ξέρει ο ελληνισμός. Η ποίησίς του είναι για μένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του νεοελληνικού πολιτισμού. Το δούλεψα με όλη μου την αγάπη και σας τα παραθέτω εδώ.

Η ερμηνεία της λυράρισσας Τασούλας (τραγούδι) με το εκπληκτικό μπρίο και του καταπληκτικού τραγουδιστή Κωστή Αβυσσινού, με κάνει να πιστεύω ότι αυτή η δουλειά είναι εντελώς ιδιαίτερη έως και συμπαθητική.

Πρέπει, βέβαια, να τονίσω ότι χωρίς τη συμμετοχή του πολύ μεγάλου λυράρη, Λευτέρη Ανδριώτη, ίσως το αποτέλεσμα να μην ήταν αυτό, χωρίς να θέλω να παραλείψω και τον Αλέξανδρο Καψοκαβάδη (λάφτα). Εύχομαι καλή ακρόαση».


Source link