Ισχυρή και εδραιωμένη πλέον η δυναμική του αβοκάντο στην Κρήτη – RethNea.gr

Ισχυρή και εδραιωμένη πλέον η δυναμική του αβοκάντο στην Κρήτη – RethNea.gr

Παλαιωμένο αρδευτικό δίκτυο, απώλειες νερού και αθέμιτος ανταγωνισμός από τις διεθνείς αγορές και τις χώρες της Mercosur οι κίνδυνοι της παραγωγής

Στη δεύτερη, μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη του πρωτογενή τομέα, πίσω μόνο από την ελιά εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια η καλλιέργεια του αβοκάντο στην Κρήτη, η οποία λόγω και της αυξανόμενης ζήτησης προσφέρει στους παραγωγούς υψηλό και σχετικά άμεσο κέρδος. Πρόκειται για μία δενδρώδη, εναλλακτική καλλιέργεια, στην κατηγορία των υποτροπικών, που ευνοείται από τις εδαφοκλιματικές συνθήκες της Δυτικής Κρήτης, και επεκτείνεται ραγδαία το τελευταίο χρονικό διάστημα. Τα Χανιά διατηρούν την πρωτοκαθεδρία με χιλιάδες στρέμματα γης και ακολουθούν οι καλλιέργειες του Ρεθύμνου, στην περιοχή της Αργυρούπολης, ενώ οι διαφοροποιήσεις του κλίματος στην Ανατολική Κρήτη και η υγρασία της ατμόσφαιρας λειτουργούν αποτρεπτικά για την ευόδωση της συγκεκριμένης παραγωγής όσο κινούμαστε προς το ανατολικό τμήμα του νησιού. Η ποικιλία Hass είναι αυτή που κυριαρχεί λόγω της υψηλής ζήτησης στην ελληνική και διεθνή αγορά, έχουν βέβαια αναπτυχθεί και άλλες ποικιλίες, ανάλογα με την τεχνογνωσία του εκάστοτε παραγωγού. Ωστόσο, το αβοκάντο παραμένει μία ιδιαίτερα, απαιτητική καλλιέργεια που χρειάζεται κατάλληλο έδαφος, ποιοτικό και αρδευτικό νερό και συνεχή παρακολούθηση από τον παραγωγό. Η παλαιότητα των αρδευτικών δικτύων, οι συνεχείς απώλειες νερού και η χαμηλή ποιότητα του υδατικού πόρου δημιουργούν τα σημαντικότερα προβλήματα σε μία παραγωγή, για την οποία η επάρκεια νερού αποτελεί τον πιο καθοριστικό παράγοντα επιτυχίας. Συνεπώς, η στήριξη από την πολιτεία, οι θεσμικές παρεμβάσεις για τη διαφύλαξη και την ορθολογική κατανομή του πόρου και οι επενδύσεις σε κατάλληλες υποδομές ή στην αναβάθμιση των υφιστάμενων, κρίνονται αναγκαία βήματα προκειμένου να προστατευθεί η παραγωγή και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την περαιτέρω ανάπτυξή της. Ένας ακόμα σημαντικός προβληματισμός που αφορά την καλλιέργεια αβοκάντο σχετίζεται με τον υψηλό ανταγωνισμό στη διεθνή αγορά, αλλά και με την έλλειψη προς το παρόν ενός ισχυρού και πανελλήνιας εμβέλειας brand name που θα λειτουργήσει τόσο ως δικλείδα ασφαλείας, όσο και ως απόδειξη ποιότητας. Η Κρήτη διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα λόγω της υψηλής ποιότητας του προϊόντος της, η οποία μπορεί να τη βοηθήσει να ανταγωνιστεί τα φθηνότερα εισαγόμενα αβοκάντο από χώρες της Mercosur, ωστόσο απαιτούνται κατάλληλες προωθητικές ενέργειες που θα διαδώσουν το μήνυμα της ποιότητας και θα ενισχύσουν την εξαγωγική δραστηριότητα του νησιού. Για όλα τα παραπάνω, σχολίασε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», η Δρ. Θηρεσία-Τερέζα Τζατζάνη, ερευνήτρια Δενδροκομίας και υπεύθυνη στο Εργαστήριο Υποτροπικών Φυτών και Ιστοκαλλιέργειας του Ινστιτούτου Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου (ΙΕΥΦΑ) του ΕΛΓΟ «ΔΗΜΗΤΡΑ».

Πόλος έλξης τα μεγάλα περιθώρια κέρδους και οι καλύτερες οικονομικές απολαβές

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, τις προηγούμενες δεκαετίες δημιουργήθηκε μία ανασφάλεια λόγω της αποτυχημένης ενασχόλησης ορισμένων παραγωγών με κάποιες εναλλακτικές καλλιέργειες, έχοντας επενδύσει σε προϊόντα χωρίς το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, ωστόσο το αβοκάντο έχει ισχυρή δυναμική πλέον στο νησί. «Τα τελευταία χρόνια γνωρίζουμε ότι οι εναλλακτικές καλλιέργειες, ειδικά με πρωταγωνιστή το αβοκάντο κατέχουν πολύ σημαντικό μέρος του χρόνου και της αφοσίωσης των παραγωγών. Η καλλιέργεια του αβοκάντο αυτήν τη στιγμή ίσως είναι η δεύτερη καλλιέργεια μετά την ελιά. Δυστυχώς έχει παραγκωνιστεί η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών, παρόλο που γνωρίζουμε πόσο σημαντικό είναι αυτό το προϊόν για την ελληνική οικονομία και στα μέρη στα οποία μπορεί πλέον να καλλιεργηθεί το αβοκάντο, οι παραγωγοί στρέφονται σε αυτήν την καλλιέργεια, ακριβώς γιατί έχει μεγάλο περιθώριο κέρδους και μπορεί ο καλλιεργητής να έχει καλύτερες οικονομικές απολαβές», σημείωσε η κ. Τζατζάνη. Το Ινστιτούτο ασχολείται με την καλλιέργεια των υποτροπικών ειδών περισσότερα από 45 χρόνια και έχει συνεπώς μελετήσει την ιδιοσυγκρασία και την ανθεκτικότητα της καλλιέργειας του αβοκάντο σε μεγάλο βάθος και διαφορετικές εδαφοκλιματικές συνθήκες. «Η καλλιέργεια του αβοκάντο δεν είναι μία εύκολη καλλιέργεια, έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις, τόσο όσον αφορά το έδαφος, την ποιότητα νερού, δηλαδή το έδαφος πρέπει να στραγγίζει καλά, να έχει οργανική ουσία, να είναι σε ουδέτερο ή ελαφρώς βασικό PH και πρέπει να έχει αρκετή ποσότητα νερού διαθέσιμη όλο τον χρόνο, τουλάχιστον την περίοδο που δεν υπάρχουν οι χειμερινές βροχοπτώσεις. Από εκεί και πέρα είναι σχεδόν η καθημερινή επαφή του παραγωγού με το χωράφι του, διότι δεν μιλάμε για μία καλλιέργεια που μπορείς να την επισκεφθείς μία φορά την εβδομάδα. Ειδικά στην περίοδο του καλοκαιριού θα πρέπει ο παραγωγός να βρίσκεται καθημερινά μέσα στο χωράφι, να ελέγχει την κατάσταση των δέντρων, γιατί σοκάρονται πάρα πολύ εύκολα, είτε από την έλλειψη νερού, όπως και τον χειμώνα από τις υπερβολικές υγρασίες», επεσήμανε.

Παλαιωμένο, κατεστραμμένο αρδευτικό δίκτυο με πολύ μεγάλες απώλειες

Τα τελευταία χρόνια το νησί πλήττεται έντονα από το φαινόμενο της λειψυδρίας, ως αποτέλεσμα αυξημένων θερμοκρασιών, παρατεταμένων καυσώνων, κακής διαχείρισης του διαθέσιμου πόρου και συνολικά της κλιματικής κρίσης. Η ελιά για παράδειγμα σημειώνει φθίνουσα πορεία, τόσο όσον αφορά την ποιότητα όσο και την ποσότητα της παραγωγής, γεγονός ωστόσο που αφορά κυρίως τις μη αρδευόμενες καλλιέργειες, που εξαρτώνται από τις βροχές. «Όταν μιλάμε για την καλλιέργεια του αβοκάντο, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να μην έχουμε διαθέσιμο νερό. Άρα δεν βασιζόμαστε απλώς σε βροχοπτώσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, έτσι και αλλιώς ένα αρδευτικό σύστημα θα πρέπει να είναι διαθέσιμο καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Λογικά σε αυτό το πλαίσιο υπάρχει μία πίεση, καθώς γενικά το νερό τη θερινή περίοδο είναι περιορισμένο, εδώ όμως είναι και θέμα πολιτικής απόφασης, του πώς η πολιτεία θέλει να χειριστεί μία τέτοια καλλιέργεια, πώς θέλει να στηρίξει τον πρωτογενή τομέα. Όταν ένα ολόκληρο νησί, ή τουλάχιστον το μισό νησί που έχει κατάλληλες συνθήκες για να καλλιεργήσει αυτό το είδος με τα έσοδα που μπορεί να φέρει, είναι θέμα απόφασης το πώς θα φροντίσει οι παραγωγοί να έχουν διαθέσιμο νερό, καθ’ όλη την περίοδο», ανέφερε η κ. Τζατζάνη. Σχολιάζοντας την κατάσταση του ήδη υπάρχοντος αρδευτικού δικτύου επεσήμανε και το σημαντικό πρόβλημα με το οποίο έρχεται αντιμέτωπη η παραγωγή. «Το δίκτυο προϋπάρχει, όμως είναι παλαιωμένο σε πάρα πολλά σημεία και κατεστραμμένο, καταγράφονται πολύ μεγάλες απώλειες, λόγω της μεγάλης ηλικίας του δικτύου, οπότε το πρώτο βήμα και το πιο εύκολο ίσως είναι να διορθώσουμε αυτές τις βλάβες για να μην έχουμε την απώλεια και από εκεί και πέρα να μπει ένας έλεγχος του πότε ακριβώς πρέπει να είναι διαθέσιμο το νερό, διότι πέρυσι δυστυχώς είχαμε περιπτώσεις, το νερό σε στρέμματα που καλλιεργούνταν το αβοκάντο ήταν διαθέσιμο μόνο μία φορά την εβδομάδα. Αυτό δεν μπορεί να στηρίξει μία εμπορική καλλιέργεια», τόνισε.

Συγκριτικό πλεονέκτημα η ποιότητα και ζητούμενο η δημιουργία ελληνικού brand name

Τέλος, σε κάθε περίπτωση η ζήτηση για το αβοκάντο αυξάνεται σε παγκόσμιο επίπεδο, με προοπτικές για περαιτέρω ανάπτυξη και στην Κρήτη. «Ό,τι και να κάνουμε όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Κρήτη είναι ένα μικρό νησί σε σχέση με τον παγκόσμιο χάρτη, άρα μας ενδιαφέρει η ποσότητα που μπορούμε να παράγουμε, αλλά κυρίως η ποιότητα. Εκεί πρέπει να δώσουμε έμφαση και ενδεχομένως πέρα από την Κρήτη, μπορεί να δούμε και άλλες περιοχές της Ελλάδας, που όλες μαζί να δημιουργήσουμε μία δυναμική που να αφορά την Ελλάδα, ένα brand name Ελληνικό» σχολίασε η κ. Τζατζάνη και στη συνέχεια συμπλήρωσε αναφορικά με τον ανταγωνισμό που προκύπτει από τα φθηνά προϊόντα της συμφωνίας της Ε.Ε. με τις χώρες της Mercosur. «Ο ανταγωνισμός είναι πολύ άσχημος. Μιλάμε για προϊόν που έρχεται σε πολύ χαμηλότερη τιμή, όμως είτε μιλάμε για την αντικειμενική ή γευστική ποιότητα, τα δύο προϊόντα διαφέρουν όσο η μέρα με την νύχτα. Άνθρωποι που γνωρίζουν και έχουν δοκιμάσει αντιλαμβάνονται αμέσως πόσο ανώτερη είναι η ποιότητα του ελληνικού αβοκάντο. Το σημαντικό είναι να διατηρήσουμε την ποιότητα, γιατί αυτό που θα έρθει μέσω της συγκεκριμένης συμφωνίας σίγουρα θα είναι προϊόντα πιο οικονομικά, διαφορετικά όμως σε ποιότητα, επιβαρυμένα αρκετές φορές με φυτοπροστατευτικά προϊόντα που έχουν άδεια κυκλοφορίας εκεί, ενώ εμείς ακόμα δεν τα έχουμε».


Source link