Χωροταξικό Τουρισμού – Η Κρήτη βάζει «κόκκινες γραμμές» στην Αθήνα

Χωροταξικό Τουρισμού – Η Κρήτη βάζει «κόκκινες γραμμές» στην Αθήνα

 

 

Η πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Κρήτης αναφορικά με το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο (ΕΧΠ) για τον Τουρισμό σηματοδοτεί την έναρξη μιας περιόδου έντονων διεκδικήσεων για το αναπτυξιακό μοντέλο του νησιού.

Αν και οι «Περιοχές Ελέγχου» (Κατηγορία Α) στην Κρήτη εντοπίζονται κυρίως στο Ηράκλειο (Μάλια, Χερσόνησος) και στην επαρχία Κυδωνίας του Ν. Χανίων, ο Άγιος Νικόλαος και οι γύρω περιοχές (Ελούντα) κινούνται στα όρια της Κατηγορίας Β (Αναπτυγμένες) και δεν μοιάζουν ν’ αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα. Στη Σητεία έχει καταγραφεί μέγιστη αντίδραση και αρνητική απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου. Η περιοχή της Ιεράπετρας περιλαμβάνει ζώνες που μπορούν να χαρακτηριστούν ως Γ (Αναπτυσσόμενες) ή Δ (Με δυνατότητες ανάπτυξης). Τέλος το Οροπέδιο Λασιθίου, όπου προωθείται ο Τουρισμός Υπαίθρου, θεωρείται χαμηλής έντασης τουρισμός επειδή σχετίζεται με δραστηριότητες φιλικές προς το περιβάλλον και ισχύει η απαγόρευση εκεί που προβλέπει το σχέδιο «Απάτητα Βουνά».

Η απόφαση 17/2026 της Επιτροπής Περιβάλλοντος, αν και τυπικά θετική, συνοδεύεται από ένα πολυσέλιδο υπόμνημα τεχνικών ενστάσεων που αποδομούν τη μεθοδολογία της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) και αναδεικνύουν την ανάγκη για έναν σχεδιασμό που θα σέβεται την τοπική ιδιαιτερότητα. Η Κρήτη, μέσω της Επιτροπής, ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να δεχθεί έναν οριζόντιο σχεδιασμό που αγνοεί τις πραγματικές αντοχές των οικοσυστημάτων της.

 

Το «ναι» υπό την αίρεση των τοπικών μελετών

 

Η Επιτροπή Περιβάλλοντος, υπό την προεδρία του Αντιπεριφερειάρχη Νίκου Ξυλούρη, γνωμοδότησε θετικά επί της ΣΜΠΕ, θέτοντας όμως έναν απαράβατο όρο. Την πλήρη ενσωμάτωση των προβλέψεων των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών (ΕΠΜ) που έχουν ήδη εγκριθεί ή εκπονούνται για το νησί. Οι μελέτες αυτές αποτελούν την πιο επικαιροποιημένη επιστημονική βάση για τις προστατευόμενες περιοχές και η παράλειψη της συναξιολόγησής τους από την κεντρική διοίκηση θεωρείται αδικαιολόγητη. Η απαίτηση αυτή εδράζεται στο γεγονός ότι το 30% της έκτασης της Κρήτης ανήκει στο δίκτυο Natura 2000, γεγονός που καθιστά κάθε τουριστική παρέμβαση εξαιρετικά ευαίσθητη. Η Περιφέρεια απαιτεί οι όροι και οι περιορισμοί αυτών των μελετών να υπερισχύουν των γενικών κατευθύνσεων του εθνικού πλαισίου, διασφαλίζοντας ότι ο τουρισμός θα λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά προς το καθεστώς προστασίας.

 

Επιστημονικά κενά και δεδομένα του παρελθόντος

 

Μία από τις πιο σοβαρές ενστάσεις αφορά το επίπεδο της ανάλυσης της Δέουσας Εκτίμησης, η οποία χαρακτηρίζεται ως ποιοτική, γενική και οριζόντια. Η μελέτη δεν προχώρησε σε τοπο-ειδική διερεύνηση ανά περιοχή Natura, ούτε σε ποσοτικοποίηση των χωρικών πιέσεων, γεγονός που έρχεται σε σύγκρουση με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Επιπλέον, προκαλεί αλγεινή εντύπωση το γεγονός ότι η αξιολόγηση των περιβαλλοντικών τάσεων βασίστηκε σε στοιχεία της «Έκθεσης Κατάστασης του Περιβάλλοντος στην Ελλάδα» του 2018. Ουσιαστικά, η χώρα καλείται να σχεδιάσει το τουριστικό της μέλλον με δείκτες που δεν έχουν επικαιροποιηθεί για την περίοδο 2016-2026, αγνοώντας τις ραγδαίες μεταβολές που έχουν συντελεστεί στο φυσικό περιβάλλον την τελευταία δεκαετία. Χωρίς σύγχρονα δεδομένα, η ακεραιότητα των προστατευόμενων τόπων τίθεται σε κίνδυνο, καθώς δεν μπορεί να αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας η απουσία σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων.

 

Η απουσία της κλιματικής κρίσης από τον σχεδιασμό

 

Σε μια περίοδο που η Κρήτη αντιμετωπίζει έντονα φαινόμενα λειψυδρίας, η παράλειψη της ΣΜΠΕ να συναξιολογήσει τα Περιφερειακά Σχέδια για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή (ΠΕΣΠΚΑ) θεωρείται ουσιώδες κενό. Τα σχέδια αυτά αναλύουν την τρωτότητα της περιφέρειας σε κινδύνους όπως η διάβρωση των ακτών και η διατάραξη του υδατικού ισοζυγίου, στοιχεία που θα έπρεπε να αποτελούν τον πυρήνα κάθε τουριστικού σχεδιασμού. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η προβλεπόμενη αύξηση υδροβόρων υποδομών, όπως γήπεδα γκολφ και πισίνες, σε κλιματικά ευάλωτες περιοχές όπως τα Αστερούσια, εγείρει εύλογους προβληματισμούς για τη βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών και των οικοσυστημάτων. Η κλιματική τρωτότητα δεν είναι μια θεωρητική έννοια, αλλά μια πραγματικότητα που ήδη πιέζει τους υδατικούς πόρους του νησιού και η αγνόησή της στερεί από την ανάλυση την αναγκαία αξιοπιστία.

 

Απειλή για τις «παρθένες» και απομονωμένες περιοχές

 

Το νέο ΕΧΠ-Τ κατηγοριοποιεί τον εθνικό χώρο με βάση την ένταση της τουριστικής δραστηριότητας, ενθαρρύνοντας τη χωροθέτηση νέων μονάδων σε λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές (Κατηγορίες Δ και Ε) για την αποφόρτιση των «επιβαρυμένων» ζωνών. Ωστόσο, η Επιτροπή προειδοποιεί ότι αυτή η στρατηγική ενέχει κινδύνους για τις απομονωμένες περιοχές της Κρήτης, όπως ορεινούς όγκους, φαράγγια και απομακρυσμένες ακτές. Αυτά τα οικοσυστήματα έχουν διαμορφωθεί υπό συνθήκες γεωγραφικής απομόνωσης και φιλοξενούν στενοενδημικά, ευαίσθητα είδη που δεν διαθέτουν μηχανισμούς προσαρμογής στην τουριστική πίεση. Η άρση της απομόνωσης μέσω της επέκτασης ειδικών μορφών τουρισμού και της διεύρυνσης δικτύων μονοπατιών μπορεί να οδηγήσει σε μη αναστρέψιμη υποβάθμιση του φυσικού πλούτου. Η «ήπια» ανάπτυξη, αν δεν σχεδιαστεί με βάση την πραγματική φέρουσα ικανότητα κάθε τόπου, μπορεί να αποδειχθεί εξίσου καταστροφική με τον μαζικό τουρισμό.

 

Σωρευτικές επιπτώσεις και μεγάλα έργα

 

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αποτυχία της μελέτης να εκτιμήσει τις σωρευτικές επιπτώσεις από μεγάλα έργα υποδομής, όπως ο Βόρειος Οδικός Άξονας Κρήτης (ΒΟΑΚ) και το νέο αεροδρόμιο στο Καστέλλι. Παρ’ όλο που η ΣΜΠΕ εκτιμά ότι δεν θα υπάρξουν σημαντικές αθροιστικές συνέπειες, η Επιτροπή σημειώνει ότι η αύξηση της συχνότητας των πτήσεων και οι νέες οδικές συνδέσεις θα επιτείνουν την πίεση στις γειτονικές ζώνες Natura. Ο θόρυβος, η φωτορύπανση και η αναμενόμενη αύξηση της επισκεψιμότητας λόγω της επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου δεν έχουν αποτιμηθεί με το απαιτητό επίπεδο επιστημονικής βεβαιότητας.

Επιπλέον, παράγοντες όπως η υπερβόσκηση και οι πυρκαγιές, που ήδη ρυθμίζουν την οικολογική κατάσταση στην Κρήτη, αγνοήθηκαν πλήρως, αφήνοντας την εκτίμηση των επιπτώσεων μετέωρη.

Η έντονη κριτική που αποτυπώθηκε υπογραμμίζει τη βαθιά διαίρεση για το ποιος τελικά ωφελείται από τη μετατροπή των περιοχών Natura σε «χρυσοφόρα πεδία επιχειρηματικής δράσης».

Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση της Περιφέρειας Κρήτης αποτελεί μια ισχυρή παρέμβαση που καλεί την Πολιτεία να επαναπροσδιορίσει τη σχέση τουρισμού και περιβάλλοντος, θέτοντας ως προτεραιότητα τη διατήρηση του φυσικού κεφαλαίου του νησιού.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ

 


Source link