Από τη λεωφόρο Καλοκαιρινού στα 47 καταστήματα, όλη η επιτυχημένη πορεία ζωής του Μηνά Χαλκιαδάκη πραγματικά συγκλονίζει και αποτελεί παράδειγμα για τα νέα παιδιά
Η ιστορία κάποιων ανθρώπων είναι συνυφασμένη με τη μικρή ιστορία του τόπου τους. Αυτό συμβαίνει δεκαετίες τώρα και με την οικογένεια Χαλκιαδάκη.
Το 1980 θα γίνει το μεγάλο βήμα κι από ένα μικρό μπακάλικο θα γεννηθεί το πρώτο super market της Κρήτης.
Για πρώτη φορά σε μια σπάνια εξομολόγηση, ο πρόεδρος του Ομίλου Σ/Μ Χαλκιαδάκης θυμάται πώς ξεκίνησαν όλα. Πως μέσα στα χρόνια η εταιρεία αναπτύχθηκε, εξελίχθηκε και έγινε η μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων του σήμερα, που βρίσκεται σε κάθε γειτονιά και είναι μέρος της καθημερινής ζωής των ανθρώπων.
Ο κ. Μηνάς Χαλκιαδάκης αφηγείται της «Προσωπική του Ιστορία» στον Στέλιο Ζερβό:
«Γεννήθηκα εδώ στο Ηράκλειο της Κρήτης από δυο γονείς που είχαν καταγωγή από το Γαράζο Μυλοποτάμου. Οι γονείς μου έκαναν τρία παιδιά: εμένα, τον Μάνο Χαλκιαδάκη και τη Μαρία Χαλκιαδάκη.
Ήταν δύσκολη εποχή, μετά την Κατοχή. Ο πατέρας μου άνοιξε ένα κατάστημα στη λεωφόρο Καλοκαιρινού, ένα μικρό μπακάλικο, αλλά κατάφερε πολύ γρήγορα να μεγαλώσει την επιχείρησή του και να μπει στη χονδρική, και να τροφοδοτεί όλα τα μπακάλικα στα χωριά.
Ο πατέρας μου, Κωνσταντίνος Χαλκιαδάκης, ήταν πάρα πολύ αγαπητός, τον θαύμαζα για το φιλότιμό του, ήταν ένας άνθρωπος πολύ δοτικός απέναντι σε όλο τον κόσμο.
Εγώ ως τα 16 -17 μου χρόνια ήθελα να πάω να σπουδάσω. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα ασχοληθώ με το εμπόριο.
Ο πατέρας μου όμως αρρώστησε και δεν υπήρχαν θεραπείες εκείνη την εποχή για να τον κάνουν καλά. Είχε πρόβλημα με τα νεφρά του και τότε αιμοκάθαρση δεν γινόταν εδώ στην Κρήτη. Έπρεπε να πηγαίνει στην Αθήνα, ανεβοκατέβαινε συνέχεια.
Μια φορά είχαμε πάει μαζί στην Αθήνα ήταν πολύ ταλαιπωρημένος. Όταν επιστρέψαμε στην Κρήτη με φωνάξει δίπλα του και μου λέει: “Μηνά μου, εγώ θα πεθάνω. Εσύ θα είσαι τώρα ο αρχηγός της οικογένειας. Πιστεύω πολύ, παιδί μου, σε σένα γιατί πραγματικά όλα αυτά τα χρόνια που ήσουν κοντά μου είδα πόσο καλός θα είσαι στο επιχειρείν. Έχεις πολλά προσόντα και πιστεύω ότι θα τα καταφέρεις. Και κάποια στιγμή – μου έκανε και εντύπωση αυτό που είπε – εκεί απέναντι στο Γιούχτα με μεγάλα γράμματα φωτεινά θα λέει “Χαλκιαδάκης” και θα τρέχει ο κόσμος».
«Η κόρη μου, η Χριστίνα Χαλκιαδάκη, το προσπάθησε και το κατάφερε αυτό. Δούλεψε για την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων. Δηλαδή την ικανότητα παρακολούθησης της διαδρομής ενός προϊόντος από το χωράφι στο ράφι. Κάνουμε συνέχεις ελέγχους και παρακολουθούμε όλα τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας. Έκανε μια καινοτόμα δουλειά και η εταιρεία μας βραβεύτηκε από τον υπουργό τον κ. Νίκο Δένδια και τον Κωνσταντίνο Μίχαλο», είπε μεταξύ άλλων ο κ. Χαλκιαδάκης
“Πατέρα τι είναι αυτά που λες;”, του είπα.
“Εδώ παιδί μου είναι η σιρμαγιά σου”… Μου έδωσε μία τσάντα δερμάτινη που είχε πάντα μαζί του και μου έκανε φοβερή εντύπωση γιατί λέω μου αφήνει λεφτά. Όταν άνοιξα την τσάντα κατάλαβα αυτό που ήθελα να πει. Ήτανε μέσα ένα χοντρό τετράδιο που όταν το άνοιξα είχε μέσα ονόματα, ημερομηνίες βαφτίσεις-γάμους. Αυτό ήταν όντως η σιρμαγιά μου».
Η μητέρα σας πώς ήταν;
«Η μητέρα μου ήταν μια θαυμάσια μαμά. Αγαπούσε πάρα πολύ τα παιδιά της, ενδιαφερόταν για την οικογένειά της.
Βοηθούσε πάρα πολύ τον πατέρα μου. Ήταν στο όνομά της η επιχείρηση… “Χρυσούλα Χαλκιαδάκη”. Γιατί ο πατέρας μου τότε είχε στο όνομα του 5-6 λεωφορεία που έκαναν δρομολόγια στο Ρέθυμνο και στα χωριά του Μυλοποτάμου.
Ήρθε η ώρα όμως να φύγω για να πάω να σπουδάσω, αλλά δυστυχώς η υγεία του πατέρα μου ήταν πάρα πολύ βεβαρημένη και μία μέρα με πήρε τηλέφωνο ο αδερφός του και μου είπε: “Ο πατέρας σου είναι πολύ άρρωστος και έχει στενοχωρηθεί που έφυγες και δεν θες να συνεχίσει τη δουλειά του”.
Γύρισα λοιπόν στο Ηράκλειο… Ο πατέρας μου πέθανε πολύ νέος, ήταν μόλις 62 χρονών, εγώ ήμουν μόλις 25.
Οι γνώσεις που είχα πάρει από αυτόν ήταν αρκετές, αλλά υπήρχαν πράγματα που ακόμα δεν είχα μάθει. Δειλά-δειλά συνέχισα τη δουλειά του πατέρα μου – μάλιστα είχα κάποιες καλές σκέψεις και αυτό με βοήθησε να ανέβω αρκετά και σε τζίρο και σε πελάτες.
Πολλές φορές όμως στα δύσκολα σήκωνα ψηλά τα μάτια μου και ρωτούσα: “τώρα μπαμπά τι κάνω;”.
Σε εκείνη την ηλικία προσπαθούσα και έκανα παρέες με πολύ μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους επιχειρηματίες, που τους γνώρισα από τον πατέρα μου, φίλους του, και προσπαθούσα σαν σφουγγάρι να μαθαίνω διάφορα πράγματα για την αγορά. Τους ρωτούσα και μου έδιναν τις συμβουλές τους.
Έτσι μέσα σε 5-6 χρόνια ανέπτυξα τη δουλειά μου στο χονδρεμπόριο και πήγαινα πολύ καλά. Είχα άριστη επικοινωνία με τους πελάτες μου, αλλά το κυριότερο είχα χαμηλές τιμές. Αυτό με έκανε ανταγωνιστικό στην αγορά της Κρήτης. Είχα χαμηλότερες τιμές γιατί, αντί για να έχω 8 υπαλλήλους, είχα 6. Σήκωνα εγώ τα κιβώτια και τα σακιά στην πλάτη μου, για να μπορώ να έχω χαμηλότερο κοστολόγιο.
Σε ηλικία 28 χρονών είχα παντρευτεί και είχα μια φοβερή άνοδο στο χονδρεμπόριο. Όμως κάτι δεν μου άρεσε… Εκείνη την εποχή ο κόσμος αγόραζε επί πιστώσει. Δυστυχώς δεν πλήρωναν …
“Μηνά, την επόμενη φορά…” μου έλεγαν, κάτι που εμένα δεν μου άρεσε καθόλου.
Η σκέψη μου ήταν να μεταπηδήσω σε άλλη δουλειά. Και αυτή την είχα δίπλα μου.
Κάθε βράδυ περνούσα από το μικρό μπακάλικο που είχαμε στη Λ. Καλοκαιρινού, γιατί εγώ είχα ανοίξει άλλες κεντρικές αποθήκες, για να παίρνω τα χρήματα από τον αδερφό μου. Αυτό το “τοις μετρητοίς” βόλευε όλη την κατάσταση.
Κάποια στιγμή, ανεβαίνοντας στην Αθήνα, είδα τα super market, τις αλυσίδες εκείνης της εποχής και παρατήρησα τον κόσμο που ήταν μέσα ότι πλήρωνε τοις μετρητοίς.
Κατέβηκα στην Κρήτη και στο πίσω μέρος του μυαλού μου είχα πώς να κάνω αυτή τη δουλειά.
Εκείνη την εποχή υπήρχαν σε όλη την Κρήτη μόνο μικρά μπακάλικα και πουλούσαν αποκλειστικά μόνο τρόφιμα. Ένα τέτοιο ανάλογο είχαμε κι εμείς, αλλά ήταν λίγο πιο προχωρημένο. Έβλεπα, λοιπόν , ότι μπορούσαμε να μεταπηδήσουμε στο λιανικό εμπόριο.
Συμπτωματικά, εκείνη την εποχή, είχε έρθει στην Κρήτη ένας φίλος μου, ο οποίος πήρε μια αντιπροσωπεία εδώ και τον έκανα παρέα. Λεγότανε Κώστας Λινοξυλάκης και ήτανε από το Ρέθυμνο.
Κάποια στιγμή του λέω: “Ρε Κωστή, πόσο καλά ξέρεις το λιανικό εμπόριο;”.
“Πάρα πολύ καλά”, μου απαντάει.
“Μπορούμε να πάρουμε ένα μαγαζί 1.000 τετραγωνικά που το έχω βρει, να ανοίξουμε ένα super market όπως αυτά της Αθήνας;”.
“Έχεις λεφτά;”, με ρωτάει…
“Έχω” , του λέω…
Και ξεκινήσαμε.
Το πρώτο μαγαζί άνοιξε στη Λεωφόρο 62 Μαρτύρων. Λίγο πριν ανοίξουμε, ψάχναμε τι όνομα θα του δώσουμε. Όλοι είπαν από μια ιδέα. Είχα τότε μαζί μου τον αείμνηστο τον Νίκο Ψιλάκη, ο οποίος είχε αναλάβει τη διαφήμιση και την επικοινωνία που θα κάναμε στις εφημερίδες και τα ραδιόφωνα.
Κάποια στιγμή του λέω: “Νίκο, θέλω να βάλω στην ταμπέλα το όνομα «Χαλκιαδάκης» στη μνήμη του πατέρα μου, γιατί θέλω να υπάρχει μια συνέχεια”.
Μου λέει ο Νίκος: “Ωραία ιδέα… και θα βάλουμε και κάτι ακόμα που νομίζω είναι ωραίοζ: Το όνομα που εμπιστεύεστε”.
Η λέξη εμπιστοσύνη σημαίνει για μένα ακόμα και σήμερα… ότι κοιτάω τους πελάτες μας στα μάτια και θέλω να είναι σίγουροι ότι σε αυτά τα καταστήματα υπάρχει ήθος και ποιότητα.
Ανοίξαμε… Έγινε ένας χαμός. Είχα μία αντιπροσωπεία, τη Unilever… Ο γενικός διευθυντής της ήταν πολύ καλός μου φίλος. Τον πήρα τηλέφωνο λοιπόν και του είπα: “θέλω να μου κάνεις μία μεγάλη έκπτωση στα προϊόντα σου. Θέλω να έχω για προβολή ένα δυνατό σου προϊόν”. Και μου έστειλε τρία φορτηγά Skip.
Πουλούσαμε -50%. Έγινε το αδιαχώρητο στα εγκαίνια. Θυμάμαι, αξέχαστα, ότι ήρθε η Αστυνομία να βγάλει τον κόσμο έξω γιατί λιποθυμούσαν. Ήταν κάτι νέο για την Κρήτη.
Ήταν το πρώτο super market που άνοιγε από τα Χανιά μέχρι τη Σητεία. Είχε στα ράφια του μια ποικιλία τεράστια.
Αυτή η επιτυχία, ήθελα γρήγορα να συνεχιστεί, κι έτσι μέσα σε τρεις μήνες ανοίξαμε το δεύτερο. Ήταν το κατάστημα της Νέας Αλικαρνασσού – το ανοίξαμε και κάναμε εγκαίνια στις 20 Δεκεμβρίου του 1980. Ήταν πολύ μεγάλο ρίσκο εκείνη την εποχή αυτή η κίνηση.
Θυμάμαι ότι, όταν ταξίδευα στην Αθηνά, ή το εξωτερικό έβλεπα ότι στα super markets έβρισκες πολλά προϊόντα εκτός από τρόφιμα – αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Η επιθυμία μου λοιπόν ήτανε να βάλω και εγώ αυτά τα προϊόντα στα μαγαζιά μας.
Θυμάμαι στο τρίτο μαγαζί, που ήταν στη Λ. Εθνικής Αντιστάσεως, είχαμε καθιερωθεί πια. Ερχόταν κόσμος από άλλες πόλεις να ψωνίσουν και από τα χωριά. Ήταν τα χρόνια που η Ελλάδα άλλαζε.
Τότε ανέβηκα στην Αθήνα και έβαλα για πρώτη φορά παραγγελία με παιχνίδια. Τα παιχνίδια τα πουλούσαν τότε αποκλειστικά στα παιχνιδάδικα. Εγώ τα έβαλα στο Σ/Μ, και μάλιστα είχα δώσει μια παραγγελία, όχι πολύ μεγάλη.
Ήταν παραμονές όμως των Χριστουγέννων. Έγινε χαμός, έβαλα ξανά επί τέσσερις την παραγγελία, γιατί δεν προλαβαίναμε να πουλάμε. Ήταν σε πολύ χαμηλότερες τιμές τα παιχνίδια μας. Αυτό το καλό είχε το self-service: έπρεπε να πουλάει πολύ χαμηλότερα από ό,τι τα μπακάλικα ή τα αλλά καταστήματα.
Τότε συνειδητοποίησα ότι το νέο αντικείμενο που είχα διαλέξει ήταν το όνειρό μου.
Ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Ήταν όμως και μια καινοτομία για την Κρήτη.
Τα πρώτα μαγαζιά που ανοίξαμε είχανε τέτοια επιτυχία που, παρότι φοβόμουν, ήτανε μεγάλο το ρίσκο εκείνη την εποχή, γιατί αν πήγαινες στην τράπεζα να πάρεις δάνειο ήταν 40% ο τόκος. Η ρευστότητα όμως, η τεράστια ρευστότητα που παίρναμε από τα μαγαζιά αυτά, ήταν το όπλο μας για γρήγορη ανάπτυξη».
Πιστεύετε στην τύχη;
«Την πιστεύω την τύχη. Υπήρξα τυχερός άνθρωπος. Η ατυχία μου ήταν ότι πέθαινε ο πατέρας μου πολύ νέος. Αλλά στην πορεία ανακαλύπτω πως η τύχη ήταν καλή μαζί μου. Ήμουν τυχερός γιατί ευτύχησα να έχω πάντα δίπλα μου καλούς συνεργάτες.
Από την πρώτη στιγμή, είδα την αγάπη σε ανθρώπους που ξεκίνησαν παιδιά και που τώρα έχουν πάρει σύνταξη. Είμαστε μια οικογένεια που πραγματικά δώσαμε τον καλύτερό μας εαυτό».
Πού χτυπάει η καρδιά των επιχειρήσεων “Χαλκιαδάκη”;
«Η καρδιά αυτού του ομίλου είναι οι άνθρωποί του. Οι εργαζόμενοι όλοι, από τον πρώτο ως τον τελευταίο. Πιστεύω ότι αυτό έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στην επιτυχία αυτής της εταιρείας. Δουλεύουμε με αγάπη, ήθος και ψυχή όλοι μαζί.
Εγώ πάντα φρόντιζα, όχι μόνο για τη δουλειά τους να είναι καλή, αλλά και για τα προβλήματά τους. Θέλω να είμαι εκεί, και όπου μπορώ να τους στηρίζω».
Ποια είναι η σχέση της εταιρείας σας με την τοπική οικονομία;
«Την τοπική οικονομία νομίζω την έχουμε βοηθήσει πολύ όλα αυτά τα χρόνια. Έχει τόσα πολλά καλά προϊόντα η Κρήτη να δώσει, και εμείς είμαστε οι καλύτεροι πελάτες των παραγωγών και των κτηνοτρόφων μας.
Τους έχουμε βοηθήσει να πάνε και στην υπόλοιπη Ελλάδα, να παράγουν προϊόντα που μπαίνουνε πρώτα στα δικά μας μαγαζιά και μετά ταξιδεύουν στις αγορές όλου του κόσμου.
Η μεγάλη επιτυχία όμως προς την τοπική κοινωνία είναι το ότι δουλέψαμε μαζί με τους παραγωγούς πάρα πολύ στο κομμάτι της ποιότητας.
Η κόρη μου, η Χριστίνα Χαλκιαδάκη, το προσπάθησε και τo κατάφερε αυτό. Δούλεψε για την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων. Δηλαδή την ικανότητα παρακολούθησης της διαδρομής ενός προϊόντος από το χωράφι στο ράφι. Κάνουμε συνεχείς ελέγχους και παρακολουθούμε όλα τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας. Έκανε μια καινοτόμα δουλειά και η εταιρεία μας βραβεύτηκε από τον υπουργό, τον κ. Νίκο Δένδια, και τον Κωνσταντίνο Μίχαλο. Και χαίρομαι ιδιαίτερα, γιατί έτσι χτίζεις σχέσεις εμπιστοσύνης με τον πελάτη: όταν προσέχεις τι πουλάς. Όταν κοιτάζεις τους ανθρώπους στα μάτια, σαν να τους λες “ναι, σε υπολογίζω και σε σέβομαι”.
Η Χριστίνα όταν ήρθε στην εταιρεία ανέλαβε αυτές τις πρωτοβουλίες. Φύγαμε από το μπακάλικο, και γίναμε Σ/Μ με όλες αυτές τις καινοτομίες. Αλλάξαμε ψυγεία, έχουν νέα εικόνα τα καταστήματά μας, αναπτύξαμε τις συλλογές μας με τα είδη σπιτιού, ανακαινίσαμε όλα τα παλιά καταστήματα, κοιτώντας πάντα προς το μέλλον.
Στηρίζουμε την κοινωνία της Κρήτης με χορηγίες και προσφορές όπου υπάρχει ανάγκη. Γεγονός είναι ότι όλα αυτά τα έχει αναλάβει η κόρη μου ακόμα και το κομμάτι του e-shop που είναι ο νέος τρόπος αγορών».
Τι συμβουλή θα δίνατε σε ένα νέο παιδί που ξεκινάει τώρα την επαγγελματική του ζωή;
«Στα νέα παιδιά θα έλεγα να προσπαθήσουν με πολύ πείσμα να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα. Η ζωή είναι ένας αγώνας και θέλει κόπο για να την κερδίσεις. Χρειάζεται αγάπη, εντιμότητα και φιλότιμο για να καταφέρεις ό,τι κι αν κάνεις στη ζωή σου».
Όταν δεν δουλεύετε, τι σας αρέσει να κάνετε;
«Όταν δεν σκέφτομαι τη δουλειά μου, όταν καταφέρνω να ηρεμώ, προσπαθώ να απασχοληθώ με τα εγγόνια μου, τα οποία λατρεύω και με ανεβάζουν ψυχολογικά.
Μου αρέσει να βλέπω τηλεόραση. Περισσότερο απ’ όλα τα αθλητικά, ποδόσφαιρα, μπάσκετ και οτιδήποτε άλλο γύρω από τον αθλητισμό».
Θυμάστε την ημέρα που νιώσατε απόλυτη ευτυχία;
«Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου ήταν πραγματικά όταν με πήρε η κόρη μου τηλέφωνο, από το εξωτερικό που σπούδαζε, και μου είπε “έρχομαι μπαμπά στη δουλειά”.
Γιατί με έχει απογοητεύσει έξι μήνες πριν, όταν μου είχε πει ότι θα ζήσει για πάντα στην Αθήνα… και μου κοπήκαν τα πόδια. Εκείνη η μέρα λοιπόν, που μου είπε “έρχομαι στο Ηράκλειο με τον άντρα μου”, ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου».
Σε ποιον θα λέγατε ευχαριστώ;
«Ευχαριστώ θα έλεγα σε πολλούς ανθρώπους που με βοήθησαν να φτάσω εδώ, ιδιαίτερα στον πατέρα μου, στην οικογένειά μου, τη γυναίκα μου που με ανεχόταν με υπομονή τόσα χρόνια και είναι πάντα δίπλα μου και με στηρίζει και με βοηθάει. Θέλω να ευχαριστήσω και όλους τους εργαζομένους της εταιρείας μας, τα στελέχη που όλα αυτά τα χρόνια πορευτήκαμε μαζί και πραγματικά έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό και ο όμιλός μας έχει μια άριστη πορεία. Το μεγάλο μας κέρδος είναι ότι δουλεύουμε όλοι σε αυτόν τον όμιλο σαν οικογένεια, με αγάπη μεταξύ μας και πιστεύω ακράδαντα ότι έτσι θα συνεχίσουμε».
Ποια ήταν η καλύτερη συμβουλή που σας έχουν δώσει;
«Την καλύτερη συμβουλή την πήρα από τον πατέρα μου. Και την ακολούθησα σε όλη μου τη ζωή. “Κουβαρντοσύνη, Μηνά μου, να δίνεις απλόχερα”. Θυμάμαι μια κουβέντα του που δεν θα την ξεχάσω ποτέ: “Δώσ’ τα από την πόρτα, αυτά θα ξαναγυρίζουν από το παράθυρο”. Είναι γεγονός ότι όλα μου ήρθαν απλόχερα στη ζωή μου και αυτό δεν το ξεχνάω ποτέ».
Θέλω να γυρίσετε πίσω στον χρόνο και να δείτε την πορεία της ζωής σας… Θέλω να μου πείτε πώς νιώθετε για αυτά που καταφέρατε, για αυτά που δημιουργήσατε…
«Ομολογώ ότι είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένος για όλη αυτή την πορεία, χαίρομαι που έχω την υγεία μου. Είμαι ευτυχισμένος γιατί τα κατάφερα και έχω μια συνέχεια πολύ δυνατή που αυτό με ικανοποιεί ιδιαίτερα. Η κόρη μου είναι ικανή για να συνεχίσει. Συνήθως η τρίτη γένια δεν βγαίνει … Εμένα μου βγήκε… Και είμαι πολύ ευχαριστημένος γιατί η Χριστίνα μπορεί να τα καταφέρει, είναι αγαπητή πάρα πολύ. Ακολούθησε κάποιες συμβουλές του πατέρα μου, που εγώ έδωσα σε εκείνη, και πιστεύω ακράδαντα ότι θα έχει μια συνέχεια αυτή η εταιρεία, γιατί η αγάπη και η εμπιστοσύνη του κόσμου γυρνάει πίσω».
Και τώρα όταν τα φώτα σβήνουν και βλέπετε με φωτεινά γράμματα “Χαλκιαδάκης”, κάτι που είχε προβλέψει ο πατέρας, πώς νιώθετε;
«Ναι, σήμερα υπάρχουν στην Κρήτη 44 σημεία και άλλα τρία στην Αθήνα με το όνομα “Χαλκιαδάκης”. Όταν σβήσουν λοιπόν τα φώτα νιώθω πλήρης… νιώθω καλά. Γιατί αυτό που είπε ο πατέρας μου βγήκε. Ήταν πραγματικά μεγάλη η κουβέντα του ότι “εκεί απάνω με φωτεινά γράμματα θα γραφεί «Χαλκιαδάκης» και θα τρέχει ο κόσμος γιατί θα σε έχει αγαπήσει”».
Source link

