Σε μια συγκυρία αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και επανατοποθέτησης των ενεργειακών προτεραιοτήτων διεθνώς, η Ελλάδα επιχειρεί να επιταχύνει τον βηματισμό της στον τομέα των υδρογονανθράκων, επιδιώκοντας να μετατρέψει το αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον σε συγκεκριμένα έργα με ορίζοντα υλοποίησης τα επόμενα χρόνια.
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η ενίσχυση της παγκόσμιας συζήτησης για την ενεργειακή ασφάλεια δημιουργούν μία ευνοϊκή συγκυρία για την ανάδειξη και νέων περιοχών προς έρευνα και αξιοποίηση, με τους στόχους πλέον να μην περιορίζονται μόνο στο φυσικό αέριο, αλλά να επεκτείνονται και στο πετρέλαιο.
Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση μέσω της ΕΔΕΥΕΠ, του κρατικού φορέα που υλοποιεί το εθνικό πρόγραμμα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, φαίνεται να στρέφεται σε μια στρατηγική επαναξιολόγησης παλαιότερων παραχωρήσεων.
Στόχος είναι η ταχύτερη ωρίμανση έργων με χαμηλότερο γεωλογικό και επενδυτικό ρίσκο όχι μόνο για την επιτάχυνση των υφιστάμενων projects, αλλά και για την προσέλκυση νέου επενδυτικού ενδιαφέροντος στην ελληνική αγορά.
Σύμφωνα με πληροφορίες, τουλάχιστον τρεις ευρωπαϊκές εταιρείες (οι δύο εξ αυτών περισσότερο) έχουν βάλει στα ραντάρ τους την Ελλάδα και εξετάζουν τα επόμενα βήματά τους. Πρόκειται για εταιρείες μικρότερης εμβέλειας σε σχέση με ενεργειακούς κολοσσούς όπως η ExxonMobil και η Chevron, οι οποίες έχουν ήδη ισχυρή παρουσία στο ελληνικό upstream, διαθέτουν ωστόσο σημαντική τεχνογνωσία και δυναμική στον τομέα των υδρογονανθράκων.
Οπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές, η δραστηριότητα σε πολύ βαθιά ύδατα, που ξεπερνούν τα 2.500 έως 3.000 μέτρα, περιορίζει σημαντικά τον αριθμό των εταιρειών που διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρία. «Σε τέτοιες συνθήκες οι παίκτες είναι λίγοι – και αυτοί ήδη δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα», αναφέρει χαρακτηριστικά στέλεχος με γνώση των διεργασιών.
Την ίδια ώρα, όμως, στον χάρτη των ελληνικών υδρογονανθράκων εντοπίζονται και μικρότεροι στόχοι, οι οποίοι σύμφωνα με τις ίδιες πηγές θα μπορούσαν να καλύψουν σε σημαντικό βαθμό τις εγχώριες ανάγκες της χώρας για τα επόμενα χρόνια, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα προσανατολισμός σε εξαγωγές. Η κινητικότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η χώρα μας ενεργοποιεί για πρώτη φορά μετά το 1974, όταν πραγματοποιήθηκε η πρώτη γεώτρηση στον Πρίνο, νέα γεωτρητική δραστηριότητα, με επίκεντρο την περιοχή βορειοδυτικά του Ιονίου, στο Block 2, που αποτελεί παραχώρηση της κοινοπραξίας των ExxonMobil, Energean και Hellenic Energy.
Ομως, παρά την παρουσία διεθνών κολοσσών και την επίτευξη με γρήγορες διαδικασίες του πρώτου κύκλου των χρονικών οροσήμων στις νέας γενιάς παραχωρήσεις νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου (ανάδειξη αναδόχου, κύρωση της σύμβασης από τη Βουλή), το εγχείρημα εξακολουθεί να επηρεάζεται από διαρθρωτικές αβεβαιότητες, κυρίως σε επίπεδο αδειοδοτήσεων και διοικητικών διαδικασιών, που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το κατά πόσο τα χρονοδιαγράμματα μπορούν να τηρηθούν.
Αγώνας δρόμου
Οπως επισημαίνει χαρακτηριστικά στέλεχος με μεγάλη εμπειρία, η εξέλιξη των διαδικασιών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ταχύτητα ανταπόκρισης της διοίκησης. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγκη για επιτάχυνση των εγκρίσεων δεν αποτελεί απλώς τεχνική παράμετρο, αλλά καθοριστικό παράγοντα για την πορεία των γεωτρήσεων στο βορειοδυτικό Ιόνιο.
Οι operators εμφανίζονται ιδιαίτερα προσεκτικοί στις δημόσιες τοποθετήσεις τους. Ο διευθύνων σύμβουλος της Energean, Μαθιός Ρήγας, σε δηλώσεις του την περασμένη εβδομάδα προσδιόρισε μεν συγκεκριμένα χρονικά ορόσημα -κατάθεση της περιβαλλοντικής μελέτης έως τις 15 Ιουνίου και στόχο έγκρισης τον επόμενο Νοέμβριο-, ωστόσο τα έχει εντάξει σε ένα πλαίσιο στόχων και όχι δεσμεύσεων, αναγνωρίζοντας τις εγγενείς δυσκολίες του συστήματος.
Ο σαφής χρονικός προσδιορισμός που θέτει λειτουργεί και ως σαφές μήνυμα προς τις υπηρεσίες του ΥΠΕΝ, μεταφέροντας ουσιαστικά το βάρος της τήρησης του χρονοδιαγράμματος. Η ερευνητική γεώτρηση προγραμματίζεται στο διάστημα μεταξύ 14 και 24 Φεβρουαρίου του 2027 υπό την προϋπόθεση ότι το αδειοδοτικό σκέλος θα προχωρήσει χωρίς εμπλοκές ή άλλες αναβολές.
Το περιθώριο για καθυστερήσεις παραμένει περιορισμένο, καθώς οποιαδήποτε σημαντική ολίσθηση μεταθέτει τον συνολικό σχεδιασμό, με τον στόχο του 2027 να καθίσταται πολύ δύσκολο να επιτευχθεί.
Νέοι παίκτες, παλιά blocks και νέα ισορροπία
Η διεθνής συγκυρία λειτουργεί ως βασικός καταλύτης για την επιτάχυνση των εξελίξεων. Η αστάθεια στον Περσικό Κόλπο και η σχεδιαζόμενη έξοδος του ρωσικού αερίου από την ευρωπαϊκή αγορά επαναφέρουν την ενεργειακή ασφάλεια στο επίκεντρο, ενισχύοντας το ενδιαφέρον για νέες επενδύσεις σε υδρογονάνθρακες και δημιουργώντας ένα παράθυρο ευκαιρίας για χώρες όπως η Ελλάδα.
Ωστόσο, το παράθυρο αυτό εκτιμάται ότι δεν θα παραμείνει ανοικτό επ’ αόριστον, καθώς η πορεία της ενεργειακής μετάβασης ενδέχεται να περιορίσει μελλοντικά τον χώρο για νέα έργα στον τομέα των υδρογονανθράκων.
Υπό την πίεση των χρονοδιαγραμμάτων, η στρατηγική επαναξιολόγησης παλαιότερων blocks αποκτά κεντρικό ρόλο. Η φιλοσοφία είναι να αξιοποιηθεί το θετικό timing και όλη η δυναμική που αναπτύσσεται ώστε να προχωρήσουν και άλλες παραχωρήσεις και να επιλεγούν σημεία που δεν είναι στοχοποιημένα και αρνητικά φορτισμένα για περιβαλλοντικούς λόγους. Η αίσθηση που υπάρχει σε κυβερνητικές πηγές είναι ότι αν προχωρήσουν επιτυχώς τα έργα στα μεγάλα blocks και μακριά από τις ακτές θα φύγει η καχυποψία του κόσμου και θα μπορούν να εξερευνηθούν και άλλα οικόπεδα μελλοντικά με μεγαλύτερη ευκολία.
Μέσα σε αυτά πάντως δεν είναι τα Ιωάννινα, για τα οποία υπήρξε πολλή γκρίνια το προηγούμενο διάστημα με προσφυγές στο ΣτΕ, αναγκάζοντας την Energean, που ήταν ο operator του έργου, να επιστρέψει την παραχώρηση στο Δημόσιο. Από τα πιο ώριμα πιθανά κοιτάσματα αυτής της κατηγορίας που θα πρέπει να θεωρούνται έτοιμα για εκμετάλλευση είναι το Block 10 στον Κυπαρισσιακό κόλπο που ανήκει στην HelleniQ Energy. Πρόκειται για μια παραχώρηση που οι εκτιμήσεις υποστηρίζουν ότι θα υπάρξουν εξελίξεις μέσα στη χρονιά πριν τη γεώτρηση στο Block 2 και που πληροφορίες φέρουν τη Chevron να έχει ξεκινήσει από καιρό συνομιλίες για να εισέλθει στην παραχώρηση. Την ίδια στιγμή, στο μεγάλο κεφάλαιο των ερευνών που έχει ανοίξει στην Ελλάδα διαφαίνεται μια σταδιακή μετατόπιση στη δημόσια συζήτηση για το ενεργειακό μείγμα, με το πετρέλαιο να επανέρχεται χωρίς τις παλαιότερες επιφυλάξεις στο προσκήνιο.
Πηγές του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας επισημαίνουν ότι το φυσικό αέριο παραμένει βασικός πυλώνας της ενεργειακής στρατηγικής, κάτι που δεν αμφισβητείται. Ωστόσο, αναγνωρίζουν ότι το πετρέλαιο εξακολουθεί να είναι αναντικατάστατο σε συγκεκριμένες χρήσεις, όπως η πετροχημική βιομηχανία και η διύλιση.
Υπό αυτή την οπτική, το πετρέλαιο αντιμετωπίζεται όχι τόσο ως καύσιμο ηλεκτροπαραγωγής, αλλά ως κρίσιμος πόρος για μια σειρά βιομηχανικών εφαρμογών, ένα «ένοχο» όπως λένε χαρακτηριστικά καύσιμο λόγω ενεργειακής μετάβασης, αλλά ουσιαστικό ζητούμενο σε κάθε ερευνητική δραστηριότητα υδρογονανθράκων.
Source link

