Η Κρήτη και η ευθύνη για το μέλλον της

Η Κρήτη και η ευθύνη για το μέλλον της

Η Κρήτη καλείται να αναμετρηθεί με τις παθογένειές της και να διεκδικήσει ένα βιώσιμο μέλλον με ευθύνη και αυτοκριτική

Η Κρήτη, ένα νησί με στρατηγική σημασία και πλούσια ιστορία, βρέθηκε πολύ πρόσφατα αντιμέτωπη με πρωτοφανή αρνητική δημοσιότητα – και όχι άδικα. Πολλαπλά μέτωπα, θεσμικά, κοινωνικά και πολιτικά, δημιούργησαν ένα κλίμα απαξίωσης, ανασφάλειας και στασιμότητας, που απειλεί τη συνοχή και τη σταθερότητα της τοπικής κοινωνίας. 

Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, η κρίση στην Εκκλησία της Κρήτης με αφορμή την εκλογή νέου μητροπολίτη, τα συνεχή περιστατικά οπλοκατοχής και πυροβολισμών – με αποκορύφωμα το τραγικό συμβάν στα Βορίζια – συνθέτουν ένα σκηνικό που δεν τιμά το νησί. Παράλληλα, οι ανεξέλεγκτες αφίξεις μεταναστών από την Αφρική και η προχειρότητα στα μεγάλα έργα υποδομής εντείνουν το αίσθημα ότι έχει χαθεί η ενότητα, ο έλεγχος και – κυρίως – το ενδιαφέρον να πάει ο τόπος πραγματικά μπροστά. Ακόμα και αν κάποια από τα παραπάνω γεγονότα δεν είναι πια στην κορυφή της επικαιρότητας, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν μάθαμε κάτι και αν άλλαξε κάτι. Γιατί η αλήθεια είναι πως τίποτε από αυτά δεν ήταν καινούργιο. Θα ήταν υποκριτικό να αποδώσουμε την ευθύνη αποκλειστικά στις κυβερνήσεις και τα υπουργεία.

Είναι προφανές πως αυτό που λείπει είναι και μια ικανή τοπική ηγεσία σε όλους τους κρίσιμους τομείς – με τόλμη και αίσθηση καθήκοντος. Αυτό που έχουμε μέχρι σήμερα είναι κομματικούς τοποτηρητές σε τομείς- “κλειδιά” και μέτριους διαχειριστές της καθημερινότητας και των κυβερνητικών ή ευρωπαϊκών κονδυλίων. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που όχι μόνο γνωρίζουν τον τόπο, αλλά μπορούν και να τον πάνε μπροστά. Που δε φοβούνται να αναδείξουν και να διορθώσουν τα κακώς κείμενα. 

Οι τοπικοί άρχοντες οφείλουν να κάνουν την αυτοκριτική τους – μαζί με τους πολίτες που τους επιλέγουν διαχρονικά. Διότι, ας είμαστε ειλικρινείς: παρά τις κυβερνητικές εναλλαγές των τελευταίων 15-20 ετών, οι ίδιοι περίπου παράγοντες ή ομάδες “λύνουν και δένουν” στο νησί. Η σημερινή κατάσταση είναι κυρίως δική τους αποτυχία – και των κατά τόπους υποστηρικτών τους.

Οι πολίτες επίσης δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Πρέπει να αναρωτηθούν τι πραγματικά θέλουν για τον τόπο τους: ανάπτυξη ή επιδοτήσεις; Έργα ουσίας ή ρουσφέτια; Η απαίτηση για ουσιαστικές πολιτικές και υποδομές πρέπει να γίνει συλλογικό και διαρκές αίτημα. Μέχρι σήμερα, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν ήταν… 

Ακόμα και τα μεγάλα έργα που δρομολογήθηκαν δεν ήταν αποτέλεσμα πίεσης των πολιτών.

Προωθήθηκαν σε χρόνο και με τρόπο που εξυπηρετούσε συγκεκριμένα συμφέροντα. Αρκούσε – και αρκεί – η αναφώνηση “Λεβεντογέννα Κρήτη”, η επίκληση σε εμβληματικές προσωπικότητες, μια μαντινάδα και οι… απαραίτητες διευθετήσεις, για να χειροκροτήσουμε εκείνους που τα επικαλούνται και να τους ψηφίσουμε. Έτσι συνεχίζουν να αναπαράγονται στερεότυπα που κάνουν κακό. Αντί να εμπνέουν, συντηρούν μια αυταρέσκεια που μας έχει οδηγήσει εδώ που βρισκόμαστε. Μπορεί να υπάρχουν και αλλού ευθύνες, αλλά σίγουρα σε τοπικό επίπεδο είμαστε υπεύθυνοι, γιατί σε μια αλυσίδα κακοδιαχείρισης και παρανομίας, που πολλές φορές δεν ξεκινά από το νησί, δεχόμαστε να είμαστε μέρος της, ως ο τελευταίος κρίκος, “πληρώνοντας τη νύφη” στο τέλος και για όλους τους προηγούμενους. 

Μην περιμένουμε άλλους να σχεδιάσουν το μέλλον για εμάς. Αν δεν το κάνουμε εμείς, κανείς δε θα το κάνει. Ειδικά τώρα, που το πολιτικό σκηνικό είναι ρευστό και μερικές εκατοντάδες ψήφοι αρκούν για να κρίνουν ισορροπίες, κανείς από τους υποψήφιους ηγέτες της χώρας δε θα ρισκάρει να δυσαρεστήσει συμφέροντα ή να φέρει αλλαγές που μπορεί να ωφελούν τους πολλούς, αλλά κοστίζουν κρίσιμες ψήφους. Η μεγάλη εικόνα είναι πως η Κρήτη βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις σε αγοραστική δύναμη και ανάπτυξη σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές περιφέρειες. Αυτό που μας έμεινε είναι ο τουρισμός, που παρά τα ρεκόρ, δεν αρκεί. Η μακροχρόνια βιωσιμότητα και η ανταποδοτικότητα σε όλη την τοπική κοινωνία τίθενται υπό αμφισβήτηση από την ίδια την πραγματικότητα.

Χρειάζονται επιπλέον διέξοδοι για το επιστημονικό και εργατικό δυναμικό του νησιού – από την αγροτική παραγωγή μέχρι την τεχνολογία και την έρευνα. Μέχρι σήμερα δε φαίνεται να υπάρχουν αυτές οι διέξοδοι. 

Τέλος, τα γεγονότα στη γειτονιά μας, η γεωπολιτική θέση και η ιστορική βαρύτητα της Κρήτης δεν επιτρέπουν την απαξίωση και την κοινωνική αποσταθεροποίηση του νησιού. Είναι επιζήμιο για το νησί, επιζήμιο για την Ελλάδα. Αν όμως μας αξίζει κάτι καλύτερο, πρέπει να το αναδείξουμε εμείς, στην πράξη. Ένα πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι να σταματήσουμε να επικαλούμαστε τον Καζαντζάκη κάθε φορά που θέλουμε να νιώσουμε σημαντικοί – και να αρχίσουμε να εφαρμόζουμε τη φιλοσοφία της ευθύνης που δίδαξε: στην καθημερινότητά μας, στη συμπεριφορά μας στην κοινωνία και στις απαιτήσεις μας από το κράτος. 

* Ο Μανόλης Βοσκάκης εργάζεται για την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Είναι επίσης πρώην στέλεχος της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας. Οι απόψεις που διατυπώνονται στο άρθρο είναι προσωπικές και αντιπροσωπεύουν αποκλειστικά και μόνο τον συγγραφέα. 
 


Source link