Μια ιστορία πίσω από κάθε βλέμμα που προσπερνάμε
Πόσες φορές έχετε αναρωτηθεί τι ιστορία ή καλύτερα τι δράμα κουβαλά κάθε μετανάστης που κινείται στους δρόμους των κρητικών πόλεων; Έχετε σκεφτεί πόσο δύσκολο είναι να είσαι στην οικοδομή που εργάζεσαι ίσως και ανασφάλιστος και να κρυφοκοιτάς το τηλέφωνο μήπως και δεν είδες την κλήση από την πατρίδα σου, που βρίσκεται σε πόλεμο και περιμένεις να μάθεις πώς και πώς νέα από τα παιδιά σου και την οικογένειά σου, που έχεις να μιλήσεις πάνω από δύο μήνες;
Δύσκολο να απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα όσο κουβαλάς στο μυαλό σου τη λογική του… τσουβαλιάσματος. Τι θέλω να πω; Όσο σκεφτόμαστε πως πίσω από τα ταλαιπωρημένα και ίσως λίγο άγρια πρόσωπα ανθρώπων κρύβονται μόνο εγκληματίες, άνθρωποι που ήρθαν να μας καταλάβουν, να αλλοιώσουν την πίστη μας και ένα σωρό άλλες θεωρίες που ακούμε και διαβάζουμε καθημερινά. Ξέρετε, αν δώσετε χρόνο να τους ακούσετε, ίσως και να αλλάξετε σκοπιά στο πώς προσεγγίζετε το Μεταναστευτικό.
Πρόσφατα μίλησα με έναν άνθρωπο από τη Γάζα, που πίσω του έχει αφήσει γυναίκα, μάνα, αδέλφια και παιδιά, καθώς εκδιώχτηκε στην κυριολεξία από την πατρίδα του. Ήρθε στην Ελλάδα με τον γνωστό τρόπο. Φιλοξενήθηκε σε δομή, όπου του έκλεψαν τις ελάχιστες οικονομίες του. Πήγε στην Αθήνα, όπου ζούσε σε παγκάκια, και κατέληξε στην Κρήτη, όπου αρχικά είχε κάνει σπίτι του τα ενετικά τείχη.
Κατάφερε να μάθει Ελληνικά στη φυλακή, όταν κάποιοι τον έμπλεξαν εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη του και επέστρεψε έχοντας μάθει τη γλώσσα και καταφέρνοντας να βρει δουλειά σε οικοδομή. Μάλιστα, έγινε ένας περιζήτητος πλακατζής, όπως του λέει ο μάστορας. Ναι, το αφεντικό του το φωνάζει «μάστορα» και δε σταματά καθημερινά να τον ευχαριστεί που του έδωσε την ευκαιρία να εργάζεται για να στέλνει χρήματα στην οικογένειά του, που ζει σε καταφύγια στην “τσακισμένη” από τις βόμβες Γάζα.
Του αρέσει, λέει, η Κρήτη γιατί οι άνθρωποι χαμογελούν και το πρωί τού λένε «καλημέρα». Θυμούνται τον καφέ του, που αγοράζει καθημερινά, και άρχισε να κάνει και τους πρώτους Έλληνες φίλους. Δε θέλει να φύγει από την Κρήτη γιατί γνωρίζει, λέει, πως εδώ οι άνθρωποι ξέρουν να βοηθούν. Όταν ρωτάει στον δρόμο πώς θα πάει κάπου, όλοι τον βοηθούν και ξέρετε γιατί; Μα, πολύ απλά γιατί έχουμε κι αυτή την πολύ ωραία πτυχή στην κουλτούρα μας, που στηρίζεται στην αλληλοβοήθεια.
Άρχισε να διαβάζει την Ελληνική Ιστορία και να βοηθά συμπατριώτες του όπου χρειάζονται μετάφραση, όπως στις υπηρεσίες αλλοδαπών αλλά και στα νοσοκομεία.
Δεν επιθυμώ να ωραιοποιήσω σε καμία περίπτωση την κατάσταση με το Μεταναστευτικό, όμως ο κάθε άνθρωπος από αυτούς κουβαλά μια ιστορία, που μπορεί να ισοδυναμεί με μια ανθρώπινη τραγωδία. Στα δύσκολα σφίγγει τα δόντια του και χαμογελά κάθε φορά που ακούσει στο τηλέφωνο τα δύο παιδιά του, όταν το διαδίκτυο βοηθά στη Γάζα.
Το δράμα του διογκώνεται όταν περνούν ολόκληρες μέρες και νύχτες χωρίς να ακούσει τα παιδιά του. Ζει έναν εφιάλτη κάθε φορά που χτυπά το τηλέφωνο και παίρνει δύναμη στη σκέψη πως ίσως κάποτε αγκαλιάσει ξανά τα αγαπημένα του πρόσωπα.
Αλήθεια, πόσοι από εσάς μπορείτε να εργάζεστε ενώ ξέρετε ότι τα παιδιά σας τα βομβαρδίζουν και ίσως το κακό μαντάτο να έρθει γρήγορα; Και όμως, αυτός δουλεύει και ζει και ελπίζει, γιατί έμαθε από πολύ νωρίς πως, για να κατακτήσεις κορυφές, πρέπει να ανέβεις ανηφόρες. Ναι, αυτός είναι ο φίλος μου ο Χάτι!
Source link