Τα προβλήματα οδηγικής συμπεριφοράς στην Ελλάδα και η ενοχική στάση του κράτους
Ασφάλεια, ανοχή, μέτρα, ελλιπείς ή ανύπαρκτες υποδομές, κακοτεχνίες, εξαγγελίες, ωχαδερφισμός, άγνοια κινδύνου, φλερτ με τον θάνατο, οδηγοί, Πολιτεία συνεχίζουν να “γυρίζουν” χωρίς αποτέλεσμα στη “σφαίρα” του τροχαίου και να συγκρούονται μεταξύ τους, παρά το κόστος σε ζωές, τραυματίες, πολυτραυματίες, αναπήρους και οικονομικό πλήγμα στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Τα στατιστικά στοιχεία είναι αμείλικτα. Οι ζωές που χάθηκαν το 2024 απελπιστικά πολλές: 665 οι νεκροί στους δρόμους της χώρας σε ένα ρεκόρ πενταετίας, όταν το 2020 είχαμε 524 νεκρούς, 624 το 2021, 654 το 2022 και 637 το 2023. Μόνο τον Δεκέμβριο του 2024, με βάση τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., οι νεκροί από τροχαίες συγκρούσεις ήταν 49.
Η Ελλάδα εξακολουθεί επίσης να βρίσκεται στην τελευταία θέση της Ευρώπης αναφορικά με την οδική ασφάλειά της, απομακρύνοντάς μας όλο και περισσότερο από τον στόχο μείωσης των τροχαίων συγκρούσεων σε ορίζοντα 2030 και 2050, που επικαιροποιήθηκε στην 4η Παγκόσμια Διυπουργική Διάσκεψη για την Οδική Ασφάλεια, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Μαρακές, 18-20 Φεβρουαρίου, με κεντρικό μήνυμα “Δέσμευση για τη Ζωή”. Η Διάσκεψη είχε ως στόχο να αξιολογήσει την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην εφαρμογή του Παγκόσμιου Σχεδίου Δεκαετίας Δράσης για την Οδική Ασφάλεια 2021-2030 κατά την πρώτη πενταετία και να ενισχύσει την υποστήριξη για το όραμα ασφαλούς και βιώσιμης μετακίνησης.
«Κράτος και πολίτες το ίδιο ένοχοι»
Ζητήσαμε τη θέση ενός επιστήμονα που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην ασφάλεια της μετακίνησής μας, παλεύει για τη βιώσιμη κινητικότητα σε όλες τις εκφάνσεις της και τον έχουμε συναντήσει σε πολλά συνέδρια για την οδική ασφάλεια και τη μείωση των τροχαίων.
Ο ομότιμος καθηγητής στο ΕΜΠ-Μονάδα Βιώσιμης Κινητικότητας, συγκοινωνιολόγος-πολεοδόμος Θανάσης Βλαστός υποστηρίζει ότι το τροχαίο θέλει δύο και πως εξίσου υπεύθυνοι είναι τόσο οι οδηγοί όσο και η Πολιτεία.
«Κράτος και πολίτες είναι το ίδιο ένοχοι μέσα σε μία αταξία και ψηφοθηρία», αναφέρει ενδεικτικά.
«Πολιτεία και υποδομές, μέτρα και κανόνες, πολίτες-οδηγοί και ψηφοφόροι γυρίζουν χωρίς αποτέλεσμα τον ίδιο τροχό. Η αταξία παραμένει. Οι διοικούντες δεν παίρνουν μέτρα για να αλλάξουν τα δεδομένα. Το πολιτικό κόστος φοβίζει για την εκλογή τους. Ταυτίζονται με την κοινωνία και την αταξία για τον λόγο αυτό. Να θυμόμαστε ότι, όταν στοχεύουμε πολιτική, στοχεύουμε εμάς τους ίδιους», επισημαίνει.
Τον καλέσαμε να βάλει τίτλους σε λέξεις και φράσεις που συνεχώς χρησιμοποιούμε και είπε τα εξής:
* Ανθρώπινος παράγοντας: «Είναι το σύνολο των λαθών και παραλείψεων που δε θα μπορούσε να κάνει από μόνη της η μηχανή».
* Οδικό δίκτυο: «Το βασικό στοιχείο της πόλης που ήταν χώρος επικοινωνίας και ζωής και μετατράπηκε σε αγωγό κυκλοφορίας».
* Νοοτροπία: «Τρόπος σκέψης χωρίς πολλή τάξη και λογική, που αφήνεται να καθορίζει τη συμπεριφορά και τις επιλογές μας».
* Άγνοια κινδύνου: «Αποφυγή γνώσης για κάτι που βαριόμαστε να προσέχουμε».
* Εξαγγελίες: «Είναι υποσχέσεις των διοικούντων για να δίνουν την εντύπωση ότι είναι παρόντες, σχεδιάζουν και βρήκαν λύσεις που δεν αλλάζουν τίποτα από αυτά που ξέραμε και γίνονται με χρήματα που πέφτουν από τον ουρανό…».
Ο καθηγητής προκαλεί αίσθηση όταν αναφέρει: «Κανείς δεν ενδιαφέρεται για το αίμα που χύνεται και τις ζωές που χάνονται. Κλαίνε όλοι σε ένα θεαματικό τροχαίο και μέχρι εκεί. Το μετά είναι όμως αυτό που πονάει, γιατί η σκέψη τρέχει στο πόσοι διεκδικούν την ασφάλειά τους».
«Κρίμα να επιλέγεις την προχειρότητα»
Ο κ. Θανάσης Βλαστός εκτιμά ότι δεν επιθυμούμε και από τις δύο πλευρές να βελτιώσουμε την εικόνα των δρόμων και της οδηγικής μας συμπεριφοράς και πως δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε το διεθνές εγχείρημα περί μείωσης των τροχαίων, λέγοντας ενδεικτικά: «Ζούμε στην εποχή της απόλυτης υποβάθμισης και παρακμής των ελληνικών πόλεων, της ελληνικής κοινωνίας. Σηκώσαμε ψηλά τα χέρια, νιώθουμε κατακτητές των πόλεών μας, φερόμαστε με βαρβαρότητα, με τα όσα άσχημα τις περιβάλλουν, αλλά δεν πρέπει να είναι έτσι. Ανεχόμαστε την αταξία κι αρνούμαστε τις ευρωπαϊκές πινελιές, γιατί είναι δική μας, μας βολεύει, γιατί έτσι μάθαμε, οι γονείς τα παιδιά τους, οι δάσκαλοι τους μαθητές τους κι έτσι πορευόμαστε».
Ως πολεοδόμος-συγκοινωνιολόγος εξηγεί: «Η αστική γη προέρχεται από μεγάλες ιδιωτικές εκτάσεις. Αυτές, βάσει πρόχειρου σχεδιασμού, κάποια στιγμή τεμαχίστηκαν σε οικόπεδα που οικοδομήθηκαν. Ανάμεσα στα οικοδομικά τετράγωνα χαράχτηκαν δρόμοι, όμως στη χώρα μας τους δόθηκε πλάτος, το ελάχιστο δυνατό, για να μην αφαιρεθεί χώρος από τα οικόπεδα.
Η δικαιολογία ήταν ότι τότε δεν υπήρχε ανάγκη για πολύ χώρο, αφού αυτοκίνητα δεν υπήρχαν, ούτε για πεζοδρόμια, μιας και οι πεζοί περπατούσαν στη μέση του δρόμου. Ούτε ζώνες στάθμευσης χρειάζονταν λοιπόν, ούτε λωρίδες κυκλοφορίας. Επίσης, ούτε πλατείες και πάρκα, γιατί ο χώρος θα αφαιρείτο από τα οικόπεδα. Αυτή είναι η ιστορία της ιδιωτικής πόλης. Κάποιοι λίγοι δημόσιοι χώροι υφίστανται, όμως πραγματικές δημόσιες πόλεις δεν έχουμε».
* Σήμερα αντιλαμβανόμαστε ότι οι ιδιωτικές πόλεις είναι επικίνδυνες.
«Με ελλειμματική δημόσια συγκοινωνία, με σχεδόν ανύπαρκτους χώρους στάθμευσης, με ελάχιστες πλατείες, λειψά πεζοδρόμια, όπου δε χωράς ούτε να περπατάς, ούτε να στέκεσαι, με οικόπεδα χτισμένα στο μέγιστο ποσοστό, χωρίς πράσινο, μιλάμε για πόλεις που αποτελούν παγίδες, καθώς τα αυτοκίνητα αυξάνονται συνεχώς και οι θανατηφόρες τριβές μεταξύ τους είναι αναπόφευκτες.
Απροστάτευτοι υπό τις παρούσες συνθήκες σε μεγαλύτερο ποσοστό και πιο ευάλωτοι οι πεζοί, που εκτοπίστηκαν βιαίως υπό την απειλή του αυτοκινήτου, που δυστυχώς δεν είναι ορατοί, άρα δεν υπάρχουν, δεν τους έχασε ο δρόμος, τους έχασε η πόλη και η κοινωνία μας».
* Η μετακίνηση στους δρόμους μας πιο προκλητική παρά ποτέ. Το θυμικό και το εγώ μας πάνω από τον ΚΟΚ.
«Αυτό το είδος του παιδιού, που μεγάλωνε παίζοντας στον δρόμο και μάθαινε τι είναι η πόλη και ποιοι οι άνθρωποί της, τι είναι τα μαγαζιά, πώς περνάς στο απέναντι πεζοδρόμιο, ποιοι είναι οι κίνδυνοι στη διασταύρωση, πώς λειτουργεί η φωτεινή σηματοδότηση και τι σημαίνουν τα διάφορα σήματα της Τροχαίας, εξέλιπε. Τώρα μεγαλώνουν, βγαίνουν στον δρόμο και δεν ξέρουν ούτε να περπατούν ούτε να κάνουν ποδήλατο. Το ίδιο συνέβη και με τη γειτονιά, δηλαδή με τον πυρήνα κοινωνικότητας, που αποτελούσε θεμέλιο της ανθρώπινης πόλης, αυτής που οι γείτονες φρόντιζαν το πεζοδρόμιο, έβγαζαν τις καρέκλες, οικοδομούσαν σχέσεις και έδιναν στην πόλη ζωή. Η πόλη σε μάθαινε να την προσέχεις, να νιώθεις ότι ανήκεις στον τόπο σου, να είσαι άνθρωπος και κοινωνικό ον. Τώρα σε μαθαίνει το ανάποδο. Στρυμωγμένος και απειλούμενος, σε υποχρεώνει και σε μαθαίνει να επιτίθεσαι για να αμύνεσαι, να διεκδικείς να πάρεις από τους άλλους οδηγούς τον λίγο χώρο που πρόλαβαν να αρπάξουν. Άγαρμπες, ανάγωγες και τελικά επικίνδυνες συμπεριφορές στους ελιγμούς κατά την οδήγηση, αλλαγής λωρίδας, στις στροφές, στην αυθαίρετη κατάληψη χώρου για παρκάρισμα, στην προσπέραση χωρίς προτεραιότητα, στην εγκατάλειψη του τραυματία».
* Το τροχαίο τείνει να γίνει κανονικότητα στη ζωή μας. Αποδεχόμαστε και φλερτάρουμε με τον θάνατο; Έχετε δώσει ποτέ απάντηση;
«Μαθαίνουμε στις πόλεις της βαρβαρότητας να συμπεριφερόμαστε και να νιώθουμε εχθρικά απέναντι στους ανταγωνιστές μας για απόκτηση του χώρου που μας λείπει. Προφανώς αντιλαμβανόμαστε τους κινδύνους που συνεπάγεται για τους άλλους κάθε απρόβλεπτος δικός μας ελιγμός ή στάθμευση του οχήματός μας, που περιορίζει την ορατότητα στις γωνίες ή υποχρεώνει για παράδειγμα έναν ηλικιωμένο ή ένα παιδί, επειδή αποκλείσαμε το πεζοδρόμιο με το παρκάρισμά μας, να περπατούν στη μέση του δρόμου και να είναι έκθετοι στα ερχόμενα από πίσω τους οχήματα. Αν γίνει ατύχημα, σκεφτόμαστε: “Ας πρόσεχαν”, και το ξεχνάμε.
Γιατί δεν εφαρμόζονται οι νόμοι; Γιατί δεν υπάρχει αστυνόμευση; Ας απαντήσει εκείνος ο πολιτικός που κατάργησε τη Δημοτική Αστυνομία του Δ.Α. λόγω του μνημονίου;
Ποιος θέτει τέτοια ερωτήματα όπως τα παραπάνω, πλέον; Το μόνο που ρωτάει, όταν γίνεται ατύχημα, είναι πού να το πάρκαρα κι αν έτρεχα.
Συνηθίσαμε στα ατυχήματα. Είναι συνυφασμένα με τις πόλεις μας, κάτι σαν τις πολυκατοικίες. Ζούμε με αυτά, για όσο θα ζούμε. Κατά κανόνα φροντίζουμε να είμαστε πεισμένοι ότι μόνο στους άλλους συμβαίνουν. Ακόμη ένα παράδειγμα μεταφυσικής στην καθημερινότητά μας».
* Τι είναι αυτό που κατά την εκτίμησή σας δεν μπορεί να διαχειριστεί η Πολιτεία, των προτάσεων και των σχεδίων;
«Φταίει η Πολιτεία, όχι γιατί δεν έβαλε έναν τροχονόμο πίσω από κάθε οδηγό, αλλά γιατί φοβάται το πολιτικό κόστος και δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες της, που είναι να μπει μια τάξη στους δρόμους. Βέβαια, για να βάλεις τάξη σε ένα χώρο χρειάζονται δύο βήματα λογικής: Να υπολογιστεί πόσους ή πόσα αυτοκίνητα χωράει και να παίρνονται μέτρα ώστε να μπαίνουν μόνο όσοι χωρούν, αλλά το πολιτικό κόστος, αυτό που συνοδεύει κάθε αλλαγή όσων ισχύουν, περιμένει τους διοικούντες στη γωνία.
Το ερώτημα συγκεντρώνεται λοιπόν στο τι είχαν στο μυαλό τους όταν επεδίωξαν να εκλεγούν, με την απάντηση να δείχνει πως στο τέλος παραδίδουν απαράλλακτο αυτό που παρέλαβαν. Σκέφτομαι ότι περίπου αυτή είναι συστηματικά η εντολή των ψηφοφόρων, “μη μου τους κύκλους τάραττε”».
To χρέος της Πολιτείας
* Τι προτείνετε ως επιστήμονας στην Πολιτεία και πού “σκοντάφτουν” οι μέχρι σήμερα προτάσεις σας; Η βιώσιμη κινητικότητα μπορεί και πώς να εμπλακεί; Πανεπιστημιακά ιδρύματα και Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει και μπορούν να έχουν ουσιαστικό λόγο και ρόλο;
«Ο χώρος είναι η πόλη ή ο κάθε δρόμος ξεχωριστά. Πότε υπολογίσαμε πόσα αυτοκίνητα χωρά; Δε θέλουν να ξέρουν οι διοικούντες, διότι τότε θα έπρεπε να ασκούν τις κατάλληλες πολιτικές πειθάρχησης σε αυτό το όριο. Αφήνει η Πολιτεία τη βαρβαρότητα να επεκτείνεται, τα θύματα να αυξάνουν, την πόλη να γίνεται όλο και πιο κόλαση.
Είναι υπεύθυνη γιατί αρνείται να μετρήσει. Προσοχή. Ο υπολογισμός του πόσα αυτοκίνητα χωρά ένας δρόμος, για παράδειγμα, να σταθμεύουν από διασταύρωση σε διασταύρωση δε σημαίνει ότι θα υπολογιστεί ο αριθμός, θεωρώντας ότι τοποθετούνται το ένα πίσω από το άλλο. Χρειάζεται άλλες προσεγγίσεις ο υπολογισμός, που ξεκινά από τη μέτρηση του πλάτους των πεζοδρομίων. Αν δεν πληρούν τον ρόλο τους, τότε αυτό θα πρέπει να οδηγήσει σε κατάργηση τουλάχιστον μιας ζώνης στάθμευσης, ώστε να αποκτηθεί χώρος για να φαρδύνουν τα πεζοδρόμια.
Μήπως προέχει η στάθμευση από το να μπορεί να βγαίνει ο πεζός από την πόρτα του; Ας μην εκπλησσόμαστε με το ερώτημα. Στις πόλεις μας είναι σαφές ότι προτεραιότητα δόθηκε και δίνεται στη στάθμευση, όχι στο πεζοδρόμιο.
Πρόκειται για αδιέξοδο; Εμείς τις φτιάξαμε τις πόλεις, ας τις ξαναφτιάξουμε, πάλι εμείς, αλλιώτικα. Αν δεν το κάνουμε, ας σωπάσουμε, δεν είναι σοβαρό το να κλαίμε όταν ξέρουμε».
Source link